Η Γενοκτονία των
Ποντίων θεωρείται μια από τις πρώτες σύγχρονες γενοκτονίες. Η γενοκτονία ήταν
ένα προμελετημένο έγκλημα, το οποίο η κυβέρνηση των Νεότουρκων έφερε σε πέρας
με συστηματικότητα. Οι μέθοδοι που χρησιμοποίησε ήταν ο ξεριζωμός, η εξάντληση
στις κακουχίες, τα βασανιστήρια, η πείνα και η δίψα, και τα στρατόπεδα θανάτου
στην έρημο. Η διεθνής βιβλιογραφία και τα κρατικά αρχεία πολλών
χωρών βρίθουν μαρτυριών για το ειδεχθές έγκλημα, που διαπράχθηκε εναντίον του
Ελληνικού λαού. Η Γενοκτονία των Ελλήνων πραγματοποιήθηκε παράλληλα με
γενοκτονίες σε βάρος και άλλων χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής
Αυτοκρατορίας, δηλ. των Αρμενίων και των Ασσυρίων.
Η ονομασία Πόντος
Η λέξη Πόντος απαντά
πρώτη φορά στον Όμηρο με τη σημασία θάλασσα και συνοδεύεται συνήθως από
επίθετα, όπως ατρύγετος, οίνοψ, ηεροειδής, ιχθυόεις, απείρων, ευρύς, ιοειδής,
μέλας κτλ. Ορισμένες φορές συνδέεται και με συγκεκριμένες θάλασσες, π.χ.
Ικάριος Πόντος, Θρηίκιος Πόντος.
Κατά το Στράβωνα, ο επικός ποιητής γνωρίζει
καλά τον Εύξεινο Πόντο αφού αναφέρεται στον
Ιάσονα, τη Μήδεια, τον
Αιήτη, τους Κόλχους κτλ.
Ο Ησίοδος αναφέρει τον
Πόντο ως τροφέα και γεννήτορα ορισμένων θεών, συνήθως με το επίθετο αλμυρός. Ο
ποιητής μνημονεύει ακόμη ως παιδιά του θεού Πόντου τον ενάλιο γέροντα Νηρέα, το
Φόρκυ, την Κητώ και την Ευρύβια.
Στους ποιητές, πάντως,
ως πόντος κυρίως νοείται η μεγάλη και απλωτή θάλασσα, ενώ η λέξη από τους
πεζογράφους στις περισσότερες περιπτώσεις χρησιμοποιείται για να δηλώσει
συγκεκριμένα πελάγη. Παρά ταύτα, όμως, ορισμένες φορές ονομάζει πορθμούς,
στενές θάλασσες που ενώνουν άλλες, μεγαλύτερες, π.χ. Ελλήσποντος, Ρέας Πόντος
κτλ.
Ιστορική αναδρομή της γενοκτονίας
Ένα εκλεκτό τμήμα του
Ελληνισμού ζούσε στα βόρεια της Μικράς Ασίας, στην περιοχή του Πόντου, μετά τη
διάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η άλωση της Τραπεζούντας το 1461 από τους
Οθωμανές δεν τους αλλοίωσε το φρόνημα και την ελληνική τους συνείδηση, παρότι
ζούσαν αποκομμένοι από τον εθνικό κορμό. Μπορεί να αποτελούσαν μειονότητα -το
40% του πληθυσμού, αλλά γρήγορα κυριάρχησαν στην οικονομική ζωή της περιοχής,
ζώντας κυρίως στα αστικά κέντρα.
Η οικονομική τους
ανάκαμψη συνδυάστηκε με τη δημογραφική και την πνευματική τους άνοδο. Το 1865
οι Έλληνες του Πόντου ανέρχονταν σε 265.000 ψυχές, το 1880 σε 330.000 και στις
αρχές του 20ου αιώνα άγγιζαν τις 700.000. Το 1860 υπήρχαν 100 σχολεία στον
Πόντο, ενώ το 1919 υπολογίζονται σε 1401, ανάμεσά τους και το περίφημο
Φροντιστήριο της Τραπεζούντας. Εκτός από σχολεία διέθεταν τυπογραφεία,
περιοδικά, εφημερίδες, λέσχες και θέατρα, που τόνιζαν το υψηλό τους πνευματικό
επίπεδο.
Το 1908 ήταν μια χρονιά
- ορόσημο για τους λαούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τη χρονιά αυτή
εκδηλώθηκε και επικράτησε το κίνημα των Νεότουρκων, που έθεσε στον περιθώριο
τον Σουλτάνο. Πολλές ήταν οι ελπίδες που επενδύθηκαν στους νεαρούς
στρατιωτικούς για μεταρρυθμίσεις στο εσωτερικό της θνήσκουσας Αυτοκρατορίας.
Σύντομα, όμως, οι
ελπίδες τους διαψεύστηκαν. Οι Νεότουρκοι έδειξαν το σκληρό εθνικιστικό τους
πρόσωπο, εκπονώντας ένα σχέδιο διωγμού των χριστιανικών πληθυσμών και
εκτουρκισμού της περιοχής, επωφελούμενοι της εμπλοκής των ευρωπαϊκών κρατών στο
Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Το ελληνικό κράτος, απασχολημένο με το «Κρητικό Ζήτημα»,
δεν είχε τη διάθεση να ανοίξει ένα ακόμη μέτωπο με την Τουρκία.
Οι Τούρκοι με πρόσχημα
την «ασφάλεια του κράτους» εκτοπίζουν ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού
στην αφιλόξενη μικρασιατική ενδοχώρα, μέσω των λεγόμενων «ταγμάτων εργασίας»
(«Αμελέ Ταμπουρού»). Στα «Τάγματα Εργασίας» αναγκάζονταν να υπηρετούν οι άνδρες
που δεν κατατάσσονταν στο στρατό. Δούλευαν σε λατομεία, ορυχεία και στη
διάνοιξη δρόμων, κάτω από εξοντωτικές συνθήκες. Οι περισσότεροι πέθαιναν από πείνα,
κακουχίες και αρρώστιες.
Αντιδρώντας στην
καταπίεση των Τούρκων, τις δολοφονίες, τις εξορίες και τις πυρπολήσεις των
χωριών τους, οι Ελληνοπόντιοι, όπως και οι Αρμένιοι, ανέβηκαν αντάρτες στα
βουνά για να περισώσουν ό,τι ήταν δυνατόν. Μετά τη Γενοκτονία των Αρμενίων το
1916, οι τούρκοι εθνικιστές υπό τον Μουσταφά Κεμάλ είχαν πλέον όλο το πεδίο
ανοιχτό μπροστά τους για να εξολοθρεύσουν τους Ελληνοπόντιους. Ό,τι δεν
κατάφερε ο Σουλτάνος σε 5 αιώνες το πέτυχε ο Κεμάλ σε 5 χρόνια!
Στις 19 Μαΐου 1919 ο Μουσταφά Κεμάλ
αποβιβάζεται στη Σαμψούντα για να ξεκινήσει τη δεύτερη και πιο άγρια φάση της
Ποντιακής Γενοκτονίας, υπό την καθοδήγηση των γερμανών και σοβιετικών συμβούλων
του. Μέχρι τη Μικρασιατική Καταστροφή το 1922 οι Ελληνοπόντιοι που έχασαν τη
ζωή τους ξεπέρασαν τους 200.000, ενώ κάποιοι ιστορικοί ανεβάζουν τον αριθμό
τους σε 368.000.
Όσοι γλίτωσαν από το
τουρκικό σπαθί κατέφυγαν ως πρόσφυγες στη Νότια Ρωσία, ενώ γύρω στις 400.000
ήλθαν στην Ελλάδα. Με τις γνώσεις και το έργο τους συνεισέφεραν τα μέγιστα στην
ανόρθωση του καθημαγμένου εκείνη την εποχή ελληνικού κράτους και άλλαξαν τις
πληθυσμιακές ισορροπίες στη Βόρειο Ελλάδα.
Με αρκετή,
ομολογουμένως, καθυστέρηση, η Βουλή των Ελλήνων ψήφισε ομόφωνα στις 24
Φεβρουαρίου 1994 την ανακήρυξη της 19ης Μαΐου ως Ημέρα Μνήμης για τη Γενοκτονία
του Ποντιακού Ελληνισμού. Ενώ άξιο προβληματισμού είναι ότι η γενοκτονία
αναγνωρίζεται στο εξωτερικό μόνο από την Αυστραλία και τη Σουηδία και από
διεθνείς οργανισμούς όπως η Διεθνής Ένωση Μελετητών Γενοκτονιών. Οι τουρκικές
κυβερνήσεις αρνούνται πως υπήρξε γενοκτονία και τοποθετούν επισήμως το θάνατο
των Ελλήνων στα πλαίσια των ευρύτερων απωλειών του πολέμου, του λιμού ή άλλων
κοινωνικών αναταράξεων
Η
Δημοκρατία του Πόντου
Η Δημοκρατία του Πόντου
ήταν από το 1917 εώς το 1922 μη αναγνωρισμένο κράτος στην περιοχή του Πόντου
της σημερινής Τουρκίας. Η κυβέρνηση ανακηρύχθηκε από τους Έλληνες της περιοχής
της Ανατολικής Μαύρης Θάλασσας με την καθοδήγηση του Πόντιου επιχειρηματία Κ.
Κωνσταντινίδη προέδρου της ποντιακής οργάνωσης της Μασσαλίας. Η
Τραπεζούντα ήταν η πρωτεύουσα της Δημοκρατίας, το οικόσημο ήταν ο μονοκέφαλος
αετός, σύμβολο της δυναστείας των Κομνηνών, των κυβερνητών της αυτοκρατορίας
της Τραπεζούντας. Μητροπολίτης και Πρόεδρος της Δημοκρατίας ήταν ο Μητροπολίτης Τραπεζούντας Χρύσανθος Φιλιππίδης (μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Αθηνών).
Αρμένιοι
και Πόντιοι
Οι Έλληνες του Πόντου
είχαν διατυπώσει από νωρίς το αίτημα δημιουργίας δεύτερου ελληνικού κράτους
στις νότιες παραλίες της Μαύρης Θάλασσας, ως μοναδική δυνατότητα επιβίωσης του
ελληνισμού στη γενέθλια γη.
Τον Οκτώβριο του 1917 ο
Κ. Κωνσταντινίδης, ένας από τους ηγέτες του ποντιακού κινήματος και πρόεδρος
της δυναμικής οργάνωσης της Μασσαλίας είχε ενημερώσει τον Βενιζέλο. Στον Πόντο,
όπου κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου οι Τούρκοι είχαν προβεί σε
γενοκτονία του ελληνικού πληθυσμού, δρούσε ένα δυναμικό αντάρτικο ελληνικό
κίνημα, το οποίο αριθμούσε σε 18.000 άντρες.
Το αίτημα των Ποντίων
ήταν η ενίσχυση των ανταρτών κατά το υπόδειγμα του Μακεδονικού Αγώνα. Ο
Βενιζέλος, παρότι αρχικά αμφιταλαντεύτηκε, επέλεξε να αγνοήσει τα αιτήματα των
Ποντίων και να υποστηρίξει στη Συνδιάσκεψη Ειρήνης στο Παρίσι το Δεκέμβριο του
1918, την ενσωμάτωση του Πόντου στην Αρμενία. Μια θέση που εξόργισε τους
Έλληνες του Πόντου και τις ποντιακές οργανώσεις, οι οποίες με επικεφαλής το
μητροπολίτη Τραπεζούντος Χρύσανθο προσπάθησαν να παρέμβουν αυτοτελώς στις
Συνδιασκέψεις Ειρήνης προωθώντας το αίτημα δημιουργίας Ελληνικού Κράτους στον
Πόντο.
Ο Βενιζέλος συνέχισε
την πολιτική του και στις 4 Φεβρουαρίου του 1919 δήλωσε στον Αμερικανό πρόεδρο
Ουϊλσον ό,τι παρότι οι Έλληνες του Πόντου επιθυμούσαν την ανεξαρτησία, αυτός
αντιτάχθηκε απόλυτα.
Επίσης σε συνέντευξή
του στην εφημερίδα Sunday Times, δήλωσε ότι δέχεται να συμπεριληφθεί ο Πόντος
στην Αρμενία.
Σφοδρή υπήρξε η
αντίδραση των ποντιακών οργανώσεων. Το υπουργείο Εξωτερικών στην Αθήνα
κατακλύστηκε από τηλεγραφήματα διαμαρυρίας. Από τη Μασσαλία, το Λονδίνο, το
Αλγέρι, τη Νέα Υόρκη κ.ά. οι ποντιακές οργανώσεις κατήγγειλαν "την
προβαλλόμενη ιδέα καθ' ην η πατρίς ημών φέρεται περιλαμβανομένη εντός μέλλοντος
αρμενικού κράτους."
Ως αποτέλεσμα των
αντιδράσεων άλλαξε η πολιτική της κυβέρνησης. Απεστάλησαν στον Πόντο και στον
Καύκασο ο συνταγματάρχης Δ. Καθενιώτης και ο Ι. Σταυριδάκης για να εκτιμήσουν
την κατάσταση. Ο Βενιζέλος φαίνεται να αποδέχεται εν μέρει τα ποντιακά σχέδια,
επιτρέποντας τη δημιουργία ειδικού ποντιακού σώματος στον ελληνικό στρατό, ώστε
μελλοντικά να μπορεί να αποσταλεί στον Πόντο. Όμως, ακόμα και τότε ήταν ορατή η
αποστασιοποίηση του Βενιζέλου από το Ποντιακό Ζήτημα το οποίο δεν το ενέτασσε
στα ευρύτερα εθνικά σχέδια. Οι Πόντιοι συνέχισαν να επιζητούν την ελλαδική
βοήθεια και να απαιτούν την αποστολή ελληνικού στρατού στον Πόντο.
Για το σκοπό αυτό είχαν
συγκεντρώσει τους απαιτούμενους πόρους για τη χρηματοδότηση της επιχείρησης.
Βασικό επιχείρημά τους ήταν ότι οι αντάρτικες ποντιακές δυνάμεις, θα μπορούσαν
να αποκόψουν τις γραμμές εφοδιασμού των κεμαλικών από τους σοβιετικούς.
Το Νοέμβριο του 1919 οι
Βρετανοί απέριψαν σχέδιο αποστολής του ποντιακού τμήματος του ελληνικού στρατού
στο Βατούμι και τη συγκρότηση επί τόπου ποντιακού στρατού. Ο Ελ. Βενιζέλος, με
αφορμή τη βρετανική άρνηση επανήλθε στις απορριπτικές του θέσεις και επαναμετάθεσε
το Ποντιακό Ζήτημα στα πλαίσια του Αρμενικού. Η στάση αυτή προκάλεσε τη σφοδρή
αντίδραση της Εθνοσυνέλευσης του Πόντου ενώ ο μητροπολίτης Χρύσανθος
χαρακτήρισε τον Βενιζέλο "απληροφόρητο στο ζήτημα του Πόντου."
Στη συνέχεια, το
καλοκαίρι του 1920, ο Βενιζέλος θα λάβει τις εκθέσεις των Σταυριδάκη και
Καθενιώτη, με τις οποίες προτρέπεται να αποδεχτεί αμέσως τα ποντιακά αιτήματα.
Ο Βενιζέλος άλλαξε για άλλη μια φορά στάση και ανακοίνωσε στο Βρετανό
πρωθυπουργό Λόιδ Τζορτζ το σχέδιό του για επέμβαση στον Πόντο με στόχο τη
δημιουργία ελληνικού κράτους εκεί. Ήταν όμως πολύ αργά! Στην Ελλάδα άρχιζε η
προεκλογική περίοδος. Οι βασιλικοί διάδοχοι του Βενιζέλου δεν είχαν καμιά άποψη
για τον Πόντο και αγνόησαν ολοκληρωτικά τις ποντιακές προτάσεις, ενώ ο Κεμάλ Ατατούρκ
ολοκλήρωνε τη γενοκτονία του εναπομείναντος ελληνικού πληθυσμού.
Επιμέλεια: Κ.Π. Κωστέας








Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου