Ο Θίασος είναι ελληνική δραματική κινηματογραφική ταινία του
1975, σε σκηνοθεσία του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Υπήρξε η τρίτη κατά σειρά μεγάλου
μήκους ταινία του σκηνοθέτη και κατατάσσεται στις σημαντικότερες δημιουργίες
του. Εντάσσεται στην «τριλογία της Ιστορίας» του Αγγελόπουλου και αποτελεί το
δεύτερο μέρος της που έπεται της ταινίας Μέρες του '36 και προηγείται των
Κυνηγών.
Παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης 1975,
όταν μπροστά στα ταμεία του Κρατικού παρουσιάσθηκε ο μεγαλύτερος αριθμός θεατών
σε όλη την ιστορία του Φεστιβάλ. Κατά την προβολή της, η αίθουσα ήταν ασφυκτικά
γεμάτη με πολυάριθμους όρθιους θεατές που στο τέλος αποθέωσαν τον Αγγελόπουλο,
ενώ η ταινία έλαβε συνολικά επτά βραβεία.
http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9F_%CE%98%CE%AF%CE%B1%CF%83%CE%BF%CF%82
Συντελεστές της ταινίας:
Ο ΘΙΑΣΟΣ (1974-'75)
Ελλάδα. Έγχρωμη. Διάρκεια 230'.
Σενάριο - Σκηνοθεσία : Θόδωρος Αγγελόπουλος.
Φωτογραφία : Γιώργος Αρβανίτης
Βοηθός Διευθυντή φωτογραφίας : Βασίλης Χριστομόγλου
Σκηνικά : Μικές Καραπιπέρης
Κοστούμια : Γιώργος Πάτσας
Μουσική : Λουκιανός Κηλαηδόνης (Ακορντεόν: Αντρέας
Τσεκούρας).Τραγούδι : Ιωάννα Κιουρτσόγλου, Νένα Μεντή, Δημήτρης Καμπερίδης,
Κώστας Μεσσάρης. Επιλογή στα τραγούδια και στα κείμενα: Φώτος Λαμπρινός)
Μοντάζ : Τάκης Δαυλόπουλος, Γιώργος Τριανταφύλλου
Ήχος : Θανάσης Αρβανίτης
Βοηθος σκηνοθέτης : Τάκης Κατσέλης
Ερμηνευτές : Εύα Κοταμανίδου (Ηλέκτρα), Αλίκη Γεωργούλη
(Μητέρα), Στράτος Παχής (Πατέρας), Μαρία Βασιλείου (Χρυσόθεμη), Βαγγέλης Καζάν
(Αίγισθος), Πέτρος Ζαρκάδης (Ορέστης), Κυριάκος Κατριβάνος (Πυλάδης), Γρηγόρης
Ευαγγελάτος (Ποιητής), Γιάννης Φύριος (ακορντεονίστας), Νίνα Παπαζαφειροπούλου
(γριά), Αλέξης Μπούμπης (γέρος), Θάνος Γραμμένος, Κώστας Στυλιάρης, Γιώργος
Βερλής, Κώστας Μανδήλας, Γιώργος Τσιφός, Ιάκωβος Παϊρίδης, Τάκης Δουκάκος,
Μαίρη Ανδροπούλου.
Παραγωγή : Γιώργος Παπαλιός
Διεύθυνση παραγωγής : Στέφανος Βλάχος
Συνεργασία στην οργάνωση : Γιώργος Σαμιώτης, Χρήστος
Παληγιαννόπουλος, Λευτέρης Χαρωνίτης.
Περίληψη
Η ταινία ακολουθεί τις περιπέτειες ενός περιοδεύοντος θιάσου
στην Ελλάδα από το 1939 μέχρι το 1952, ο οποίος προσπαθεί να παρουσιάσει μια
θεατρική παράσταση του βουκολικού δράματος του Περεσιάδη Γκόλφω, η βοσκοπούλα.
Η πολιτική ιστορία της Ελλάδας και η ιδιωτική των μελών του θιάσου, (που είναι
ταυτόχρονα και μέλη της ίδιας οικογένειας) πλέκονται αξεδιάλυτα. Από τη μία
παρακολουθούμε τις τελευταίες μέρες της δικτατορίας του Μεταξά, την έναρξη του
πολέμου, την ιταλική εισβολή, τη γερμανική κατοχή, την Απελευθέρωση, την άφιξη
των συμμάχων (Άγγλων αρχικά και Αμερικανών στη συνέχεια), την καταπίεση των
«αριστερών» αγωνιστών και τον αιματηρό εμφύλιο πόλεμο, μέχρι τις εκλογές του
1952 όπου κυριαρχούν οι δυνάμεις της Δεξιάς. Από την άλλη, οι περιπέτειες της
οικογένειας του Ορέστη, της αδελφής του, του πατέρα του, της μητέρας του και
του εραστή της, παραπέμπουν στον κεντρικό πυρήνα του μύθου των Ατρειδών. Ο
πατέρας εκτελείται από τους Γερμανούς, μετά την προδοτική καταγγελία του εραστή
της μητέρας, κι ο Ορέστης, αντάρτης της Αριστεράς, με τη συνεργασία της
αδελφής, θα σκοτώσει επί σκηνής τη μητέρα του και τον εραστή της, για να έρθει
και η δική του εκτέλεση κατά τη διάρκεια των εκκαθαρίσεων που ακολούθησαν τη
γενική καταστολή του ανταρτικού κατά τον Εμφύλιο. Το κεντρικό πρόσωπο της
ταινίας είναι η μεγάλη αδελφή (εκείνη που, κατά το σχήμα του μύθου, θα ήταν η
Ηλέκτρα), η μόνη της οικογένειας που, μετά τα δεκατρία χρόνια Ιστορίας τα οποία
πραγματεύεται η ταινία, μένει ως το τέλος και φροντίζει τον μικρό Ορέστη, το
γιο της μικρής αδελφής που έχει παντρευτεί έναν αμερικανό αξιωματικό. Η
χρονολογική κατασκευή της ταινίας, περίπλοκη και πολύπλοκη, κτίζεται με
διαρκείς χρονικούς ελιγμούς και συνεχείς εναλλαγές εποχών. Η ταινία αρχίζει το
1952 και τελειώνει το 1939 μ' ένα πανομοιότυπο πλάνο.
Η μουσική.
Η ταινία είναι μια σύγχρονη ελληνική ιστορία ειπωμένη μέσα
από… τραγούδια. Ο Λουκιανος Κηλαηδονης συγκέντρωσε τα πιο χαρακτηριστικά
πολιτικά τραγούδια όλων των παρατάξεων και βοήθησε στο στήσιμο ενός ελληνικού
πολιτικού μιουζικαλ. Ο Αγγελοπουλος έχει ομολογήσει την βασική επίδραση που του
έχει εξασκήσει το μιουζικαλ και το αστυνομικό στη διαμόρφωση των αισθητικών
κινηματογραφικών αντιλήψεών του. Στο Θιασο το στοιχείο αυτό είναι πολύ πιο απτό
από οποιαδήποτε άλλη ταινία. Η εκπληκτική σκηνή στην ταβέρνα, την παραμονή της
πρωτοχρονιάς του 1946, όπου στη μία μεριά κάθονται οι βασιλικοί και στην άλλη
οι δημοκρατικοί, είναι μία «μάχη» με τραγούδια.
-Των άγγλων τα κανόνια/ κι η νέα διαταγή/ εκάναν τους
αντάρτες/ να τρέχουν σαν λαγοί/ την κόκκινη αρκούδα/ να παρει τα βουνά/ ω,
γενναίε βασιλιά.
-Δεν μας τρομάζουν/ των άγγλων τα κανόνια/ ούτε του Σκόμπι/
η νέα διαταγή./ Το χουμε γράψει/ στο Σύνταγμα με αίμα/ ελευθερία και όχι
κατοχή.
-Έτσι θέλουμε/ και θα τον φέρουμε/ τον βασιλιά, τον βασιλιά/
που θα μας φέρει λευτεριά.
- Γιουπι για-για-, γιούπι-γιούπι για/ δεν τον θέλουμε τον
βασιλιά/ θέλουμε λαοκρατία/ λαϊκή κυριαρχία/ γιούπι για-για, γιούπι-γιούπι για.
-Γιούπι για-για, γιούπι-γιούπι για/ των Ταγμάτων Ασφαλείας
τα παιδιά/ με τους άγγλους χέρι-χέρι/ και με τα παιδιά της «Χ»/ ως τη Μόσχα θε
να κάνουν κατοχή.
-Το πουλί του Σκόμπι/ είναι κόμποι κόμποι/ κι έβγαλε
φιρμάνι/ για να ξεθυμάνει/ πάει στο Κολωνάκι/ για να βρει αγοράκι/ το πουλί του
Σκόμπι/ είναι κόμποι κόμποι/ κι αν λυθούν οι κόμποι/ τι θα γίνει, Σκόμπι/ με
την αγγλική πολιτική.
-Γύρνα ξανά/ στην παλιά σου φωλιά/ βασιλιά./ Ο λαός σου
εσένα ζητά/ γύρνα ξανά./ Κι όταν θα ρθεις/κουκουέδες εδώ δεν θα βρεις/
εθνοφύλακες θα ναι φρουροί/ γύρνα ξανά.
Και πάει λέγοντας. Σίγουρα από τις πιο καλοστημένες τεχνικά
και αισθητικά σκηνές. Η οποία όμως στέρησε από τον Θίασο, με την επάνοδο της
δημοκρατίας το 1975, τη δυνατότητα να πάει στις Κάννες ως επίσημη συμμετοχή του
Ελληνικού κράτους. Ήταν πολύ αριστερό για την εποχή.
http://www.cine.gr/film.asp?id=1215&page=4
Η πορεία της ταινίας.
Ο Θιασος έφτασε μέχρι τα Όσκαρ. Κατά τη διάρκεια της
προβολής, μόλις πέρασε η πρώτη ώρα, οι μισοί θεατές εγκατέλειψαν την αίθουσα.
Την επόμενη ώρα, οι μισοί από τους μισούς που είχαν απομείνει, επίσης, έφυγαν.
Το ίδιο συνεχίστηκε και στην επόμενη ώρα της ταινίας. Στο τέλος, έμειναν εκατό
άτομα να την χειροκροτούν όρθιοι. Η ταινία παίχτηκε σε όλο τον κόσμο και
θεωρήθηκε ένας κινηματογραφικός άθλος, για τα δεδομένα που γυρίστηκε. Κόστισε
7.500.000 δρχ, στα μέσα της δεκαετίας του 1970. Με το Θιασο ο Αγγελοπουλος
εντάσσεται στους διεθνείς πρωτοπόρους του πολιτικού κινηματογράφου και η ταινία
αυτή διδάσκεται σε όλες τις σχολές κινηματογράφου αλλά και πολιτικής επιστήμης,
ως μοντέλο πολιτικής τέχνης. Παρ' όλα αυτά, η επόμενη ταινία του Αγγελοπουλου,
οι Κυνηγοι, γυρίστηκαν χωρίς καμία απολύτως βοήθεια από το ελληνικό κράτος. Ο
Αγγελοπουλος είχε από τότε γίνει οριστικά persona non grata για τους έλληνες,
εκ των οποίων οι ηγέτες τον θεωρούν ενοχλητικό και οι θεατές –εθισμένοι στα
προϊόντα του Φινου και της τηλεόρασης- θα τον λοιδορούν για πάντα ως
κουλτουριάρη. Αλλά, αυτή είναι η μοίρα κάθε μεγάλου.
http://www.cine.gr/film.asp?id=1215&page=4
Μία σύντομη κριτική :
Ταινία αριστούργημα του πολιτικού κινηματογράφου, ο
Αγγελόπουλος μέσα σε 230 λεπτά σκιαγραφεί τις ταραχώδεις εποχές του Β'
Παγκοσμίου , του διπολισμού Δεξιάς -Αριστεράς που οδήγησαν σε δύο εμφυλίους
πολέμους καθώς και των μετεμφυλιακών χρόνων , εστιάζοντας σε γεγονότα που για
πολλούς και ποικίλους λόγους έχουν παραγνωρίσει οι σύγχρονοι ιστορικοί (εθνική αντίσταση, δωσίλογοι , Βάρκιζα, Δεκεμβριανά, Αγγλοκρατία, μετεμφυλιακά πάθη) Τα
συναισθήματα των ηρώων υποβάλλονται στον
αναγνώστη μέσα από μια σύγχρονη διδασκαλία της αισχυλικής Ορέστειας ενώ οι αλλεπάλληλες αναδρομές και προλήψεις
διεκτραγωδούν το μακροχρόνιο ελληνικό δράμα (άξιον αναφοράς το σχήμα κύκλου
καθώς η ταινία ξεκινά στα προεόρτια των εκλογών του 1952 και την προπαγάνδα υπέρ του στρατάρχη και επικεφαλής του δεξιού Ελληνικού Συναγερμού Αλ. Παπάγου και τελειώνει επιστρέφοντας στην αφετηρία, φαινόμενο που
συναντάται συχνά στη λογοτεχνία και συν τοις άλλοις προσδίδει στον Αγγελόπουλο
τον χαρακτηρισμό του ποιητή της μεγάλης οθόνης ).
Αξίζει βέβαια να σημειωθεί ότι
η κάθαρση για την μετεμφυλιακή Ελλάδα , όσο και για την κεντρική ηρωίδα Ηλέκτρα
που καλείται να σώσει τα τιμαλφή που κληροδότησε ,δεν ήρθε ούτε μετά το πέρας
της Δικτατορίας καθώς η καραμανλική Δεξιά αναιρεί την υποψηφιότητα του
"Θίασου" στο Φεστιβάλ των Καννών θεωρώντας την ταινία υπερβολικά
αριστερή για τα ήθη της εποχής. Τέλος ο Έλληνας θεατής όντας θύμα της
λογοκρισίας και της παραπληροφόρησης, δε θέλει να μάθει τον Αγγελόπουλο
περιγελώντας τον ως "κουλτουριάρη και ακατάληπτο" ενώ αρέσκεται σε εύπεπτα θεάματα με πρωταγωνίστρια την "εθνική σταρ" γατούλα Αλίκη και τον
φσσσστ μπόινγκ Βουτσά.
Καιρός να μάθουμε, το χρωστάμε στον εαυτό μας.
Κ. Π. Κωστέας

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου