Τετάρτη 21 Μαΐου 2014

Οι Νομπελίστες ποιητές σκιαγραφούν τη σύγχρονη Ελλάδα




Μὲ τὸν τρόπο τοῦ Γ.Σ

Ὅπου καὶ νὰ ταξιδὲψω ἡ Ἑλλάδα μὲ πληγώνει.

Στὸ Πήλιο μὲσα στὶς καστανιές τὸ πουκάμισο τοῦ Κενταύρου
γλιστροῦσε μὲσα στὰ φύλλα γιὰ νὰ τυλιχτῇ στὸ κορμί μου
καθὼς ἀνέβαινα τὴν ἀνηφόρα κι ἡ θάλασσα μ' ἀκολουθοῦσε
ἀνεβαίνοντας κι αὐτή σὰν τὸν ὑδράργυρο θερμομέτρου
ὥσπου νὰ βροῦμε τὰ νερά τοῦ βουνοῦ.
Στὴ Σαντορίνη ἀγγίζοντας νησιά ποὺ βουλιάζαν
ἀκούγοντας νὰ παίζῃ ἕνα σουραύλι κάπου στὶς ἀλαφρόπέτρες
μοῦ κάρφωσε τὸ χέρι στὴν κουπαστή
μιὰ σαΐτα τιναγμὲνη ξαφνικά
ἀπὸ τὰ πέρατα μιᾶς νιότης βασιλεμμένης...
Στὶς Μυκῆνες σήκωσα τὶς μεγάλες πέτρες καὶ τοὺς θησαυρούς τῶν Ἀτρειδῶν
καὶ πλάγιασα μαζί τους στὸ ξενοδοχεῖο τῆς Ὡραίας Ἑλένης τοῦ Μενελάου∙
χάθηκαν μόνο τὴν αὐγὴ ποὺ λάλησε ἡ Κασσὰντρα
μ' ἕναν κόκορα κρεμασμὲνο στὸ μαῦρο λαιμό της...
Στὶς Σπέτσες στὸν Πόρο καὶ στὴ Μύκονο
μὲ χτίκιασαν οἱ βαρκαρόλες…

Τί θέλουν ὅλοι αὐτοί ποὺ λένε
πῶς βρίσκουνται στὴν Ἀθῆνα ἤ στὸν Πειραιᾶ;
- - - - - - -(Ὁ ἕνας ἔρχεται ἀπὸ τὴ Σαλαμίνα
- - - - - - -καὶ ρωτὰει τὸν ἄλλο μήπως ἔρχεται ἐξ Ὁμονοίας
- - - - - - -Ὄχι∙ ἔρχομαι ἐκ Συντὰγματος ἀπαντᾶ κι εἶν' εὔχαριστημένος
- - - - - - -βρῆκα τὸ Γιὰννη καὶ μὲ κέρασε ἕνα παγωτό.)

Στὸ μεταξὺ ἡ Ἑλλάδα ταξιδεύει…
Δὲν ξέρουμε τίποτε δὲν ξέρουμε πὼς εἴμαστε ξέμπαρκοι ὅλοι ἐμεῖς
δὲν ξέρουμε τὴν πίκρα τοῦ λιμανιοῦ σὰν ταξιδεύουν ὅλα τὰ καράβια∙
περιγελᾶμε ἐκείνους ποὺ τὴ νιώθουν.

Παράξενος κόσμος
ποὺ λέει πὼς βρίσκεται στὴν Ἀττικὴ καὶ δὲ βρίσκεται πουθενὰ∙
- - - - - - -(Ἀγοράζουν κουφέτα γιὰ νὰ παντρευτοῦνε
- - - - - - -κρατοῦν σωσίτριχα φωτογραφίζουνται
- - - - - - -ὁ ἄνθρωπος ποὺ εἶδα σήμερα
- - - - - - -καθισμὲνος σ' ἕνα φόντο μὲ πιτσούνια καὶ μὲ λουλούδια
- - - - - - -δὲχουνταν τὸ χέρι τοῦ γέρου φωτογράφου νὰ τοῦ στρώνει τὶς ρυτίδες
- - - - - - -ποὺ εἶχαν ἀφήσει στὸ πρόσωπό του
- - - - - - -ὅλα τὰ πετεινά τ' οὐρανοῦ.)

Στὸ μεταξύ ἡ Ἑλλάδα ταξιδεύει ὁλοένα ταξιδεύει…
Κι ἄν ὁρῶμεν ἀνθοῦν πέλαγος Αἰγαῖον νεκροῖς
εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ θέλησαν νὰ πιάσουν τὸ μεγάλο καράβι μὲ τὸ κολύμπι
ἐκεῖνοι ποὺ βαρέθηκαν νὰ περιμὲνουν τὰ καράβια ποὺ δέ μποροῦν νὰ κινήσουν
τὴν ΕΛΣΗ τὴ ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ τὸν AMΒPAKΙKΟ.

Σφυρίζουν τὰ καράβια τώρα ποὺ βραδιάζει στὸν Πειραιᾶ
σφυρίζουν ὁλοένα σφυρίζουν μὰ δὲν κουνιέται κανένας ἀργάτης
καμμιά ἁλυσίδα δὲν ἔλαμψε βρεμμὲνη στὸ στερνό φῶς ποὺ βασιλεύει
ὁ καπετὰνιος μὲνει μαρμαρωμὲνος μὲς στ' ἄσπρα καὶ στὰ χρυσά.

Ὅπου καὶ νὰ ταξιδὲψω ἡ Ἑλλάδα μὲ πληγώνει∙
παραπετὰσματα βουνῶν ἀρχιπέλαγα γυμνοί γρανίτες...
Τὸ καράβι ποὺ ταξιδεύει τὸ λένε ΑΓΩΝlΑ 937.

Γιώργος Σεφέρης (1900-1971) Νόμπελ Λογοτεχνίας 1963



"Ας ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα,

ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα και ο ουρανός,

ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό και ο αέρας,

ας ιδιωτικοποιηθεί η Δικαιοσύνη και ο Νόμος,

ας ιδιωτικοποιηθεί και το περαστικό σύννεφο,
ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο,
ειδικά στην περίπτωση που γίνεται την ημέρα και με τα μάτια ανοιχτά.
Και σαν κορωνίδα όλων των ιδιωτικοποιήσεων,
ιδιωτικοποιήστε τα Κράτη,
παραδώστε επιτέλους την εκμετάλλευση υμών των ιδίων
σε εταιρίες του ιδιωτικού τομέα με διεθνή διαγωνισμό.
Διότι εκεί ακριβώς βρίσκεται η σωτηρία του κόσμου...
Και μια και μπήκατε στον κόπο,
ιδιωτικοποιήστε στο φινάλε
ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΟΥΤΑΝΑ ΤΗ ΜΑΝΑ ΠΟΥ ΣΑΣ ΓΕΝΝΗΣΕ!"


(ZOZE ΣΑΡΑΜΑΓΚΟΥ (1922-2010) Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας 1998





Η ΝΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ


Είσαι πολύ κοντά στο χάος, γιατί δε συμμορφώθηκες πλήρως στην αγορά
κι απομακρύνεσαι απ’ τη χώρα, που ήτανε κάποτε λίκνο για σένα.
Ό,τι με την ψυχή ζητούσες και νόμιζες πως είχες βρει

τώρα σαν κάτι περιττό αποβάλλεις και το πετάς μες στα σκουπίδια.

Ολόγυμνη σαν οφειλέτης διαπομπεύεται, υποφέρει η χώρα εκείνη

που έλεγες πως της χρωστάς ευγνωμοσύνη.

Στη φτώχια καταδικασμένος τόπος, τόπος που ο πλούτος του

τώρα στολίζει τα μουσεία: λάφυρα που έχεις τη φροντίδα Εσύ.

Κείνοι που χίμηξαν με την ορμή των όπλων στη χώρα την ευλογημένη με νησιά

στολή φορούσαν και κρατούσαν τον Χέλντερλιν μες στο γυλιό τους.


Καμιά ανοχή πλέον δε δείχνεις στη χώρα που οι συνταγματάρχες υπήρξαν σύμμαχοι ανεκτικοί.

Χώρα που ζει δίχως το δίκιο, μα με εξουσία που επιμένει πως έχοντας αυτή το δίκιο

ολοένα σφίγγει κι άλλο το ζωνάρι.

Σε πείσμα σου η Αντιγόνη μαυροφορεί - σ’ όλη τη χώρα

πενθοφορεί και ο λαός της που κάποτε σ’ είχε φιλοξενήσει.

Μα οι ακόλουθοι του Κροίσου έχουν στοιβάξει έξω απ’ τη χώρα,

στα θησαυροφυλάκιά σου, ό,τι σαν μάλαμα αστράφτει.

Πιες, επιτέλους, πιες κραυγάζουν επίτροποι σαν μαζορέττες

μα ο Σωκράτης σού επιστρέφει γεμάτο πίσω το ποτήρι.

Σύσσωμοι, ό,τι σου ανήκει, βαριά θα ρίξουν την κατάρα

θεοί, αφού η θέλησή σου ζητά ξεπούλημα του Ολύμπου.

Χωρίς του πνεύματος τροφή, τότε κι εσύ θα καταρρεύσεις

δίχως τη χώρα που ο νους της, Ευρώπη, εσένα έχει πλάσει.



ΓΚΙΝΤΕΡ ΓΚΡΑΣ (1927- ), Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας 1999

(απόδοση στα ελληνικά Γιάννης Ευθυμιάδης - Σοφία Γεωργαλλίδη)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου