Με αφορμή τη θλιβερή
επέτειο της 21ης Απριλίου 1967 (κατάλυση του ήδη αναιμικού
μετεμφυλιακού δημοκρατικού πολιτεύματος από αξιωματικούς του ελληνικού στρατού και
την ανάρρηση στην εξουσία της αμερικανοκίνητης Δικτατορίας των συνταγματαρχών)
αποφάσισα να θέσω στην κρίση σας κάποιους προβληματισμούς μου για την
περιρρέουσα ατμόσφαιρα στη σημερινή βαλτωμένη ελληνική κοινωνία. Πριν αναλύσω
εκτενέστερα τις σκέψεις μου πρέπει να επισημάνω ότι πρέπει επιτέλους να
διδαχθούμε ιστορία και να λάβουμε σοβαρά υπ’ όψιν μας ότι συχνά η γενικευμένη
ύφεση και η κοινωνική αποτελμάτωση μπορούν εύκολα να καταστούν εύφορο έδαφος
για την καλλιέργεια απολυταρχικών και ολιγαρχικών καθεστώτων σε όλη την κλίμακα
του χώρου και του χρόνου (30 Τύραννοι, Γ’ Ράιχ, 4η Αυγούστου) ,
τα οποία κάθε άλλο παρά αμβλύνουν τις
υπάρχουσες αδυναμίες καθώς η δυσμένεια και η στοχοποίηση κάποιων κοινωνικών
ομάδων, έχουν τη μερίδα του λέοντος στην πολιτική τους ατζέντα διχάζοντας και
απομακρύνοντας την κοινή γνώμη από τα πραγματικά της προβλήματα. Με άλλα λόγια
εύκολα μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι τα καθεστώτα αυτά είναι μια προσπάθεια του
ήδη παγιωμένου συστήματος να επιβιώσει, αφήνοντας στο περιθώριο κάθε έννοια
κοινωνικής μεταβολής προς όφελος του
λαού . Ο λόγος που έκανα την παραπάνω
εισαγωγή είναι η θλίψη μου για την ύπαρξη πολλών μη προνομιούχων Ελλήνων που
εξάρουν τη δράση και τον πατριωτισμό της Δικτατορίας των Συνταγματαρχών , οι
οποίοι μάλιστα δεν περιορίζονται μονάχα σε
υπερήλικες νοσταλγούς της «Επαναστάσεως
»που ευνοήθηκαν απ’ τον Παπαδόπουλο και τους συν αυτώ αλλά και σε νεώτερους
μαθητές Γυμνασίων και Λυκείων που συχνά ανερυθρίαστοι ζωγραφίζουν φασιστικά
σύμβολα ακόμα και σε τετράδια, θρανία και σχολικούς πίνακες καθώς το
εκπαιδευτικό σύστημα απαξιώνει την ανθρωπιστική παιδεία και την γόνιμη ιστορική
γνώση προάγοντας τον αναχρονιστικό δασκαλισμό και τον αντιπαιδαγωγικό
παπαγαλισμό, την ώρα που όχι μόνο η νεοναζιστική συμμορία της Χρυσής Αυγής αλλά
και ο φρενοβλαβής Υπουργός Υγείας αμφισβητούν την ύπαρξη νεκρών κατά τη διάρκεια
των γεγονότων του Νοεμβρίου του 1973 , αποφεύγοντας όπως ο διάβολος το λιβάνι
να μιλήσουν για τους νεκρούς στους δρόμους πέριξ του Πολυτεχνείου και όλη την
Αθήνα γενικότερα (άλλο η καπήλευση των γεγονότων του Πολυτεχνείου από
πολιτικάντηδες όπως η κ. Δαμανάκη και η αποσιώπηση της διαδοχής
Παπαδόπουλου-Μαρκεζίνη απ’ τον αόρατο δικτάτορα Ιωαννίδη και άλλο η πλήρης άρνηση της αντίδρασης του
λαού που δικαιολογημένα διψούσε για καλύτερες ημέρες που ποτέ για να απονέμουμε
τα του Καίσαρος τω Καίσαρι δε βίωσε ακόμα και κατά την 40εττη Μεταπολίτευσης.
Δυστυχώς η κοινωνία μας έχει υποστεί σοβαρή βλάβη η οποία πέραν των υπεράριθμων
πληγών κατατρύχεται και από τους νοσταλγούς και τους όψιμους υμνητές της δράκας
του Παπαδόπουλου την ώρα που η σαθρή ελληνική πολιτεία αμέριμνη εθελοτυφλεί
θέτοντας το μέλλον της νέας γενιάς σε κίνδυνο.
Παρά την γενικευμένη ανησυχία
για την διάδοση των αναχρονιστικών και διχαστικών αυτών ιδεοληψιών που οδηγούν
στον εκφασισμό της κοινωνίας , τα επιχειρήματα των οπαδών της απριλιανής
δικτατορίας μπορούν να αναχαιτιστούν φτάνει να ενεργοποιηθούν οι κατάλληλοι
άνθρωποι (διανοούμενοι, εκπαιδευτικοί, ιστορικοί, κοινωνιολόγοι, ψυχολόγοι κτλ.)
και να προασπίσουν το μέλλον της νέας γενιάς και συλλήβδην την κοινωνία
θέτοντας στο περιθώριο όσους προσπαθούν να αγιοποιήσουν τη δράση της Απριλιανής
δικτατορίας εξάροντας το πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό και της έργο. Προσωπικά,
συνδυάζοντας τις ιστορικές μου γνώσεις και μια μικρή ερευνά μου στο διαδίκτυο
(δυστυχώς τα σχολικά εγχειρίδια ασχολούνται ακροθιγώς με το ζήτημα) παραθέτω κάποια γεγονότα και στοιχεία που εύκολα μπορούν να
αναιρέσουν τα όσα διασπείρουν οι υποστηρικτές της επταετούς δικτατορίας.
Οι
νεκροί του Πολυτεχνείου
Είναι τουλάχιστον
προσβολή προς τις οικογένειες ανθρώπων που έδωσαν τη ζωή τους για τη
δημοκρατία, έστω κι αν ακόμη συνεχίζεται ο αγώνας γι’ αυτή, ν’ αναφέρονται
απαξιωτικά σ’ αυτούς γνωστοί τηλεμαϊντανοί βουλευτές και κάθε λογής φασιστοειδή
, άνθρωποι που δεν έχουν αγωνιστεί για τίποτε απολύτως στη ζωή τους, και να
τους αποκαλούν «παραμύθια». Πέραν των νεκρών, χιλιάδες αγωνιστές βασανίστηκαν, εξορίστηκαν
(μέχρι το 1967 εξορίζονταν μονάχα αριστεροί, ενώ την περίοδο 1967-74
εξορίστηκαν και ακραιφνείς βασιλόφρονες) πολλοί περισσότεροι αντιμετώπισαν την
καθημερινή Κρατική Τρομοκρατία, τη ρουφιανιά, τη λογοκρισία, ( οι δικτατορικές κυβερνήσεις
παρά την έξωθεν προβαλλόμενη αρχαιολατρία ελέω φολκλορικών τελετών δε δίστασαν να λογοκρίνουν
και αρχαίους συγγραφείς όπως οι τραγικοί και οι σοφιστές. Ο το κυνήγι, είτε επειδή
αντιστέκονταν στο αυταρχικό καθεστώς, είτε απλά έτυχε να συγγενεύουν με κάποιον
αγωνιστή, είτε επειδή απλά τολμούσαν να πουν ό,τι σκέφτονταν. Ας ρίξουμε μια
ματιά στα ονόματα των ανθρώπων που χάθηκαν κατά τη διάρκεια της εξέγερσης του
Νοεμβρίου του 1973
Σπυρίδων Κοντομάρης
(ετών 57, δικηγόρος, 16.11.1973, ώρα 20.30)
Διομήδης Κομνηνός (ετών
17, μαθητής, 16.11.1973, ώρα 21.30)
Σωκράτης Μιχαήλ (ετών
57, εμπειρογνώμων ασφαλιστικής εταιρείας , 16.11.1973, ώρα μεταξύ 22.30 &
23.00)
Βασίλειος Φάμελλος
(ετών 26, ιδιωτικός υπάλληλος, 16.11.1973, ώρα 23.30)
Torill Engeland Magrette (ετών 22, 16.11.1973, φοιτήτρια, ώρα 23.30)
Γεώργιος Σαμούρης (ετών
22, 16.11.1973, φοιτητής ώρα 24.00)
Δημήτριος Κυριακόπουλος
(ετών 35, οικοδόμος 16.11.1973, βραδυνή ώρα )
Σπύρος Μαρίνος
(Γεωργαράς) (ετών 35, ιδιωτικός υπάλληλος, 16.11.1973, βραδυνή ώρα)
Νικόλαος Μαρκούλης
(ετών 24 , εργάτης, 17.11.1973, πρωινή ώρα)
Αικατερίνη Αργυροπούλου
(ετών 76, 17.11.1973, ώρα 10.00)
Στυλιανός Καραγεωργής
(ετών 19, οικοδόμος, 17.11.1973, ώρα 10.15)
Μάρκος Καραμανής (ετών
23, ηλεκτρολόγος, 17.11.1973, ώρα 10.30)
Αλέξανδρος Σπαρτίδης
(ετών 16, μαθητής 17.11.1973, ώρα 10.30-11.00)
Δημήτριος Παπαϊωάννου
(ετών 60, διευθυντής ταμείου αλευροβιομηχάνων, 17.11.1973, ώρα 11.30)
Γεώργιος Γερτζίδης
(ετών 48, εφοριακός υπάλληλος, 17.11.1973, ώρα 11.30)
Βασιλική Μπεκιάρη (ετών
17, μαθήτρια, 17.11.1973, ώρα 12.00)
Δημήτρης Θεοδωράς (ετών
5 1/2, 17.11.1973, ώρα 13.00)
Αλέξανδρος Βασίλειος
(Μπασρί) Καράκας (ετών 43, ταχυδακτυλουργός, 17.11.1973, ώρα 13.00)
Αλέξανδρος Παπαθανασίου
(ετών 59, συνταξιούχος εφοριακός, 18.11.1973, ώρα 10.00)
Ανδρέας Κούμπος (ετών
63, βιοτέχνης, 18.11.1973, ώρα 11.00)
Μιχαήλ Μυρογιάννης
(ετών 20, ηλεκτρολόγος, 18.11.1973, ώρα 12.00)
Κυριάκος Παντελεάκης
(ετών 43, δικηγόρος, 18.11.1973, ώρα 12.00-12.30)
Ευστάθιος Κολινιάτης
(ετών 47, 18.11.1973)
Ιωάννης Μικρώνης (ετών
22 φοιτητής, συμμετείχε στην κατάληψη του Πανεπιστημίου Πατρών)
Η
οικονομία επί χούντας
Η ελληνική ακροδεξιά,
έχοντας εξασφαλίσει την συμμετοχή του Κράτους και των ΜΜΕ στην συστηματική
συσκότιση της Ιστορίας, διατείνεται πως η (αμερικανοκίνητη) χούντα των
συνταγματαρχών αποτέλεσε ένα «οικονομικό θαύμα», ενώ στην πραγματικότητα κατά
την περίοδο αυτή επικράτησε η συνέχεια της πορείας που είχε αρχίσει να
διαγράφεται από την αρχή της δεκαετίας του 60.
Οι ίδιοι οι συνταγματάρχες προέβαλαν ως επιχείρημα για το πραξικόπημα
(εκτός από τον «κομμουνιστικό κίνδυνο») το φόβο του «οικονομικού χάους». Η οικονομική
πραγματικότητα όμως της εποχής περιγράφεται ως εξής: «Η πρόοδος των τελευταίων
πέντε ετών, όσον αφορά την αύξηση του εθνικού εισοδήματος και την βελτίωση του
επιπέδου ζωής, βασίστηκε στη νομισματική σταθεροποίηση που επιτεύχθηκε τα πρώτα
χρόνια της δεκαετίας του 50’ και ήταν συνέπεια των μηχανισμών αναπτύξεως που
μπήκαν σε κίνηση και ενισχύθηκαν επιτυχώς στη δεκαετία 1957-1966. Στο τέλος του
1966 τα αποθέματα χρυσού και εξωτερικού συναλλάγματος ήταν εξαιρετικά μεγάλα.
Κάτω από τέτοιες συνθήκες και με τέτοια ώθηση, η περαιτέρω πρόοδος της οικονομίας
ήταν σχεδόν βέβαιη». Συνεπώς καταλαβαίνουμε ότι πραγματικά «φόβος οικονομικού
χάους», δεν υπήρξε ποτέ (όπως ούτε «κομμουνιστικός κίνδυνος» απεδείχθη ποτέ πως
υπήρξε).
Παρόλα αυτά η επιβολή
του στρατιωτικού καθεστώτος, δημιούργησε κλίμα αβεβαιότητας προς την Ελλάδα
διεθνώς. Κι έτσι υπήρξε πτώση στα έσοδα απ’ τον τουρισμό, μεταξύ 1967-1971, της
τάξης των 200.000.000 δολαρίων. Συνυπολογίζοντας και τα κεφάλαια ύψους
200.000.000 δολαρίων που θα παραχωρούσε η Ε.Ο.Κ, μέσα στην τετραετία αυτή, τα
οποία δεν δόθηκαν, το σύνολο φτάνει στα 400.000.000 δολάρια. Έτσι το
στρατιωτικό καθεστώς προχώρησε σε «ενέργειες εκτάκτου ανάγκης» με βραχυπρόθεσμα
και μεσοπρόθεσμα δάνεια με σκοπό την κάλυψη του ελλείμματος στο ισοζύγιο
πληρωμών. Με αυτόν τον τρόπο και μέσα σε μια πενταετία (1966-1971), το
εξωτερικό χρέος υπερδιπλασιάστηκε και συνολικά υπολογίζεται ότι έφτασε το ύψος
των 2,3 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Άλλο επιχείρημα των
χουντολάγνων που υποστηρίζει την επταετή δικτατορία, είναι τα χαμηλά ποσοστά ανεργίας
της εποχής. Φυσικά, αποκρύπτεται το γεγονός πως α)τα επίπεδα της ανεργίας
κινούνταν στα ίδια περίπου επίπεδα και πριν το πραξικόπημα και β) πως η
στατιστική της ανεργίας ήταν τεχνητή, αφού οι εν δυνάμει εργαζόμενοι πολίτες
μετανάστευαν μαζικά προς το εξωτερικό,
Όσον αφορά τους
«υψηλούς μισθούς» επί χούντας, η σκόπιμη διασπορά ψευδών πληροφοριών από
φασιστολόγια μπορεί εύκολα να διαπιστωθεί με μία ματιά στον παρακάτω πίνακα. Οι
μόνοι μισθοί που στην αυξήθηκαν ήταν αυτοί των χρήσιμων υπαλλήλων του
καθεστώτος: των στρατιωτικών…(έτσι εξηγούνται και οι «κόκκινες γραμμές» του
Μιχαλολιάκου αποκλειστικά στις περικοπές στις ένοπλες δυνάμεις και τις δυνάμεις
καταστολής-όπως περιγράφτηκαν στο λογύδριο του εντός του Κοινοβουλίου)
Μέσα
διακυβέρνησης της χούντας
Αν συνοψίζαμε τα μέσα
διακυβέρνησης της χούντας σε δέκα λέξεις, αυτές θα ήταν οι εξής: lifestyle,
καλλιέργεια ενός κλίματος απο-πολιτικοποίησης, εθνικιστικός λαϊκισμός,
υποσχέσεις, τρομοκρατία, διώξεις, μεταθέσεις, εκκαθαρίσεις, παροχές,
λογοκρισία, απειλές.
Η δικτατορία της 21ης
Απρίλη για να μπορέσει να μπορέσει να κυβερνήσει, απαγόρευσε τα πολιτικά
κόμματα, διέλυσε τα εργατικά και επαγγελματικά σωματεία, διέλυσε κάθε οργάνωση
που είχε κάποιο κοινωνικό περιεχόμενο. Στη συνέχεια απέλυσε τους υπάρχοντες
δικαστικούς ώστε να τρομοκρατήσει και τους υπόλοιπους και προώθησε αυτούς που
είχαν δεθεί με την δική τους πολιτική. Παρόλα αυτά η χούντα δεν μπορούσε να
έχει εμπιστοσύνη στους τακτικούς δικαστές κι έτσι, εγκατέστησε στρατοδικεία σε
ολόκληρη τη χώρα, που θα εφάρμοζαν πιστά τις εντολές της.
Η ίδια τακτική
ακολουθείται και στους υπαλλήλους του κρατικού μηχανισμού σε κάθε κλίμακα.
Απολύουν μερικούς και τρομοκρατούν τους άλλους. Στο στρατό το παιχνίδι τους
είναι περισσότερο πολύπλοκο. Μετά το βασιλικό πραξικόπημα της 13/12/67 έχουν
όλη την άνεση να τον εκκαθαρίσουν από τα στοιχεία που δεν θα πειθαρχήσουν σ’
αυτούς. Μα δεν αρκούνται μόνο σ’ αυτό. Πρέπει να προωθήσουν και να
αποστρατεύσουν όλους τους αξιωματικούς που είχαν μεγαλύτερο βαθμό από αυτούς,
γιατί διαφορετικά οι ανώτεροι αξιωματικοί ποτέ δε θα πειθαρχούσαν σε κατώτερούς
τους. Η επετηρίδα έχει μεγάλη σημασία γι’ αυτούς. Αλλά δεν περιορίζονται μόνο
σ’ αυτό. Αποστρατεύουν και μια σειρά καθαρά χουντικούς αξιωματικούς για να τους
χρησιμοποιήσουν αμέσως σε επίκαιρα σημεία του κρατικού μηχανισμού. Οι
αξιωματικοί που επιλέγονται για το σκοπό αυτό προάγονται, παίρνουν μια καλή
σύνταξη και στη συνέχεια διορίζονται σε υψηλές δημόσιες θέσεις με πολύ μεγάλο μισθό. Προωθεί γρήγορα
νεότερους αξιωματικούς σε ανώτερους βαθμούς και φυσικό είναι, οι αξιωματικοί
αυτοί να γίνονται πιστοί και αφοσιωμένοι στη χούντα. Και θα υποστηρίζουν τη
χούντα, γιατί αν ανατραπεί και επανέλθουν οι διωγμένοι αντίθετοι της χούντας,
θα πρέπει να υποβιβασθούν. Με παρόμοιο τρόπο λειτουργούν και με τους πολίτες
της χώρας, έτσι ώστε να έχουν όση περισσότερη απήχηση και ανοχή από μέρος
αυτών. Έτσι δεν λείπουν και τα ρουσφέτια προς μέρος της κοινωνίας που είναι
φιλικά προσκείμενοι προς το στρατιωτικό καθεστώς, όπως χορήγηση χαριστικών
δανεικών-κι αγύριστων από το Κράτος προς υποστηρικτές του καθεστώτος, χορήγηση
αδειών κτλ.
Η χούντα χρησιμοποιεί
το δημόσιο χρήμα για να δημιουργήσει γύρω της αφοσιωμένους ανθρώπους. Τον πρώτο
καιρό μετά τη μεταπολίτευση το θέμα απασχόλησε επανειλημμένα τα ΜΜΕ, για
προφανείς όμως λόγους οι σχετικές κατηγορίες ουδέποτε ερευνήθηκαν σε βάθος.
Αποκαλυπτικά είναι δύο έγγραφα του τότε αρχηγού της ΚΥΠ Μιχαήλ Ρουφογάλη που
αποκάλυψε ο «Ταχυδρόμος» (29/8 και 12/9/74), με το ενδοκαθεστωτικό φακέλωμα «δανείων
άτινα θεωρούνται χαριστικά ή επισφαλή», καθώς και των παραγόντων που
«παρενέβησαν» για τη χορήγησή τους. Το συνολικό ύψος των «χορηγηθέντων» δανείων
ήταν 1.519.000.000 δρχ. και των «υπό έγκρισιν» 1.644.000.000 δρχ.Τα
δισεκατομμύρια σκορπιούνται σε φίλους και γνωστούς, που υποτίθεται ότι κάνουν
κάποια δημόσια έργα ή έχουν κάποια αποστολή. Μισθοδοτούν ένα πλήθος χαφιέδων
που παρακολουθούν τους ανθρώπους σε κάθε τους βήμα. Όλοι όσοι θα περάσουν σαν
στρατιώτες από την ΕΣΑ του Λαδά και του αρχιβασανιστή Ιωαννίδη θα
μισθοδοτούνται σε συνέχεια σαν πληροφοριοδότες.Με τον τρόπο αυτό, δένει τους
βασικούς κρίκους της διοίκησης με ανθρώπους αφοσιωμένους στη χούντα.
Λογοκρισία
«Έχετε υποχρέωσιν να
δεχθήτε την σοβαρότητα της εγχειρήσεως και να μας βοηθήσετε», ήταν το πρώτο
διάγγελμα του Παπαδόπουλου προς τους δημοσιογράφους, λίγες μέρες μετά την
επιβολή της δικτατορίας.
Η πανομοιότυπη εμφάνιση
των εφημερίδων που κυκλοφόρησαν από τη μεθεπόμενη του πραξικοπήματος, έδειχνε
ξεκάθαρα την υποταγή τους στην άγρια λογοκρισία. Ίδια πρωτοσέλιδα, ίδιες
επίσημες ανακοινώσεις και υπαγορευμένα δημοσιεύματα, ίδια σχόλια. Πέντε
εφημερίδες έλειπαν από τις πρώτες κυκλοφορίες. Η «Αυγή» και η «Δημοκρατική
Αλλαγή» που κάλυπταν τον αριστερό πολιτικό χώρο, των οποίων απαγορεύτηκε η
κυκλοφορία, η «Ελευθερία», καθώς και οι συντηρητικές «Καθημερινή» και η
«Μεσημβρινή». Από τις εφημερίδες που εκδόθηκαν, οι ακροδεξιές «Ελεύθερος
Κόσμος» και «Εστία» υποστήριξαν ανοιχτά το καθεστώς (και η κυκλοφορία των
οποίων δεν ξεπέρασε ποτέ τις τελευταίες θέσεις). Οι συντηρητικές και
φιλοβασιλικές, «Ακρόπολις», «Απογευματινή» και «Βραδυνή» υποτάχτηκαν πλήρως στο
καθεστώς λογοκρισίας. Δυσάρεστη έκπληξη προκάλεσαν στους αναγνώστες τους οι
τέσσερις εφημερίδες, «Αθηναϊκή», «Βήμα», «Έθνος» και «Νέα», οι οποίες στην αρχική
φάση τουλάχιστον αποδέχτηκαν τη λογοκρισία των συνταγματαρχών. Λίγες μέρες
μετά, η κεντροαριστερή «Αθηναϊκή» σταμάτησε την έκδοσή της. Η εφημερίδα «Έθνος» χτυπημένη από τα βαριά
πρόστιμα και τη φυλάκιση των εκδοτών της ,λόγω της έντονης κριτικής στο
καθεστώς και της δημοσίευσης συνέντευξης του οικονομολόγου Ζίγδη για το
κυπριακό ζήτημα, σταμάτησε την έκδοσή της την 1.4.1970.
Τα
«καθαρά χέρια» της χούντας
Μπορεί οι στρατιωτικοί
δικτάτορες να μη χαιρετούσαν ναζιστικά, όπως οι σημερινοί νοσταλγοί τους στο
κοινοβούλιο, όμως ούτε «καθαρά χέρια» είχαν (όπως φυσικά ούτε οι μαχαιροβγάλτες
της νεοναζιστικής συμμορίας έχουν). Τα σκάνδαλα της χούντας δεν ήταν ούτε λίγα,
ούτε ασήμαντα (όπως ούτε αυτά των κοινοβουλευτικών συνεχιστών τους φυσικά).
Το πρώτο πράγμα που
φρόντισαν να νομοθετήσουν ήταν η αύξηση του μισθού τους. Με τον Α.Ν. 5 του 1967, ο μισθός του
πρωθυπουργού υπερδιπλασιάστηκε (από 23.600 σε 45.000 δρχ), των υπουργών και
υφυπουργών αυξήθηκε από 22.400 σε 35.000 δρχ, ενώ θεσπίστηκαν -για πρώτη φορά-
ημερήσια «εκτός έδρας» 1.000 και 850 δρχ αντίστοιχα («Πολιτικά Θέματα»
5/10/73). Ακολούθησαν, φυσικά, κι άλλες «τακτοποιήσεις», όπως η καταχρηστική
στεγαστική αποκατάσταση «αξιωματικών διαδραματισάντων εξέχοντα ρόλον» στο
πραξικόπημα με ειδική ρύθμιση του 1970 («Πολιτικά Θέματα» 8/2/75).
Ο πρώτος νόμος «περί
ευθύνης» υπουργών δεν είναι προϊόν των σημερινών συγκυβερνώντων ΝΔ-Πασοκ, αλλά
της δικτατορίας των συνταγματαρχών που φρόντισαν να θεσμοθετήσουν τη μελλοντική
ασυλία τους.Η χουντική νομοθεσία «περί ευθύνης υπουργών» (Ν.Δ. 802 της
30/12/1970) περιείχε «μεταβατική διάταξη» (§ 48) βάσει της οποίας δίωξη
υπουργού ή υφυπουργού της χούντας μπορούσε να γίνει μόνο με απόφαση των…
συναδέλφων του. Επιπλέον, όλα τα «εγκλήματα διά τα οποία δεν ησκήθη ποινική
δίωξις μέχρι της ημέρας συγκλήσεως» της μελλοντικής Βουλής θεωρούνταν αυτομάτως
παραγεγραμμένα! Όλα αυτά θα μπορούσαν, βέβαια, να επιτευχθούν με μία ομαλή
μετάβαση σε ένα ψευδοδημοκρατικό καθεστώς, σχέδιο που τίναξε στον αέρα η
εξέγερση του Πολυτεχνείου και το έγκλημα που διέπραξαν στην Κύπρο.
Από τα μεγαλύτερα
σκάνδαλα ήταν αυτό του Τομ Πάπας και της εταιρείας Esso Pappas. Σύμφωνα με
κατάθεση του δημοσιογράφου Η. Δηματρακόπουλου στο αμερικάνικο κογκρέσο, η
χούντα διοχέτευσε στο ταμείο της εκστρατείας του Νίξον 549.000 δολάρια σε
μετρητά για τη προεκλογική εκστρατεία του το 1968. Το ποσό αυτό προερχόταν από
τα κονδύλια που η CIA διοχέτευσε στην ελληνική ΚΥΠ, για την αντικομουνιστική
της εκστρατεία. Η χρηματοδότηση γινόταν με εντολή του Παπαδόπουλου, μέσω του
διοικητή της ΚΥΠ Μιχάλη Ρουφογάλη (δηλαδή ξέπλυμα χρημάτων μέσω του Πάπας). Το
αντάλλαγμα για τον Πάπας από τη Χούντα ήταν ευνοϊκές συμβάσεις με το ελληνικό
δημόσιο (οι οποίες είχαν αμφισβητηθεί από την Ένωση Κέντρου). «Το μερίδιό του
στην Ελλάδα περιλαμβάνει την πολυδιαφημισμένη προνομιακή σύμβαση για την
COCA-COLA, μονοπώλιο του δικαιώματος αγοράς της ντομάτας της Δυτικής Ελλάδας,
και ένα σύμπλεγμα πολλών εκατομμυρίων δολαρίων από χημικές και χαλυβουργικές
εγκαταστάσεις, διυλιστήρια και στόλους πετρελαιοφόρων» (ριζοσπάστης,
29.4.2000). Από τα μεγαλύτερα επιχειρηματικά «επιτεύγματά» του ήταν η
εξασφάλιση άδειας για τη δημιουργία εργοστασίου εμφιάλωσης της Κόκα-Κόλα στην
Ελλάδα. Η αμερικανική πολυεθνική προσπαθούσε για μια δεκαετία να μπει στην
ελληνική αγορά, χωρίς αποτέλεσμα. Επίσης, ένας προσωπάρχης του Τομ Πάπας με
σκανδαλώδες παρελθόν, ο Παύλος Τοτόμης, διορίστηκε το 1967 υπουργός Δημόσιας
Τάξης και κατόπιν πρόεδρος της ΕΤΒΑ.
Χαρακτηριστικός ήταν
και ο νεποτισμός των δικτατόρων:
Ο Μακαρέζος διόρισε
υπουργό Γεωργίας (κι αργότερα Βορείου Ελλάδος) τον κουνιάδο του, Αλέξανδρο
Ματθαίου.
Ο Λαδάς έκανε τον ένα
ξάδερφό του διοικητή της ΑΣΔΕΝ και τον άλλο γ.γ. Κοινωνικών Υπηρεσιών.
Ο γαμπρός του Παττακού
Αντρέας Μεϊντάσης επιδόθηκε σε μπίζνες με το Δήμο Αθηναίων από την κατασκευή
του υπόγειου γκαράζ της Κλαυθμώνος μέχρι μια τεχνική μελέτη αξιοποίησης
δημοτικού ακινήτου, ύψους 1.109.000 δρχ.
Τα αδέρφια του αρχηγού
βολεύτηκαν κι αυτά. Ο Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος ως στρατιωτικός ακόλουθος, γ.γ.
του υπ. Προεδρίας, περιφερειακός διοικητής Αττικής και «υπουργός παρά τω
πρωθυπουργώ». Ο Χαράλαμπος Παπαδόπουλος αναρριχήθηκε αστραπιαία στην υπαλληλική
ιεραρχία για να αναλάβει γ.γ. Δημ. Τάξεως. Σύμφωνα με τα απομνημονεύματα
βαθμοφόρου υφισταμένου του, «μένει γνωστός σαν “μπον φιλέ” γιατί, τυλιγμένος σε
χειμωνιάτικο παλτό, τρέχει νύκτα μαζί με αξιωματικούς αστυνομίας πόλεων στα
καμπαρέ σαν γκάγκστερς και τρώγουν φιλέτο» (Αλέξανδρος Δρεμπέλας, «Ο θρήνος του
χωροφύλακα», Αθήνα 1998, σ. 118)
Η αισθητική των καραβανάδων
«Καλή τέχνη είναι αυτή
που είναι καλή για την Μητέρα Πατρίδα» γράφει ο συνταγματάρχης Λαδιάς. Και όπου
«Μητέρα Πατρίδα» μπορείτε ελεύθερα να συμπεράνετε το στρατιωτικό καθεστώς.
Αποδεκτή μορφή τέχνης για την δικτατορία είναι αυτή που εξυμνεί το καθεστώς ή
τουλάχιστον δεν το ενοχλεί.Τα αυταρχικά καθεστώτα συνήθως φροντίζουν με φτηνά
υποκατάστατα κουλτούρας να κρατούν «τις μάζες σε κατάσταση ικανοποιημένης
νάρκης», όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει ο Ρ. Ρούφος, δείχνοντας ανοχή σε «ουδέτερες» εκδηλώσεις.
Το μόνο σίγουρο είναι
ότι η κυριολεκτικά «πτωχή τω πνεύματι» κληρονομιά που άφησε πίσω της η Χούντα,
ενθαρρύνοντας κάθε είδους ανόητη δημιουργία μόνο και μόνο επειδή αυτή τύχαινε
να την εγκωμιάζει ή να κρατά τον κόσμο μακριά από επικίνδυνους στοχασμούς, μας
εκπλήσσει ακόμα και σήμερα. Σε κάποιες περιπτώσεις δε, έχει αφήσει ευδιάκριτα
τα ίχνη της, κυρίως στον κόσμο της τηλεόρασης και στον πολεοδομικό σχεδιασμό.
Ως προς την αισθητική της αρχιτεκτονικής των «ψηλών κτιρίων», που χτίστηκαν
κατά κόρον την περίοδο της δικτατορίας κι έχουν ταυτιστεί με τον αυταρχικό
χαρακτήρα του καθεστώτος (κοντινότερο στους φοιτητές παράδειγμα, το γυάλινο
κτίριο στο Πάντειο Πανεπιστήμιο), αρκεί να υπενθυμίσουμε τη δήλωση του
Παττακού, που υποστηρίζει ότι οι επόμενες γενιές θα τον ευγνωμονούν για την απόφασή
του να αυξήσει κατά 40% το επιτρεπόμενο ύψος δόμησης
Η δικτατορία φρόντιζε
να χαρίζει δωρεάν θέαμα στο κοινό, με τις θρυλικά αντιαισθητικές εκδηλώσεις
της στο Παναθηναϊκό Στάδιο, όπου προσπαθούσε να «εξυψώσει το πατριωτικό
συναίσθημα» σε δίχως αρχή και τέλος δρώμενα, όπου συνευρίσκονταν σπαρτιάτικες
φάλαγγες, βυζαντινοί αυτοκράτορες, τσολιάδες, γιγάντιοι αστραφτεροί
φοίνικες-άρματα, ενώ στην άλλη άκρη του γηπέδου χόρευαν καλαματιανό και
τσάμικο…με σκοπό το«ομαδικό τραγούδι να διαλύσει την ατομικότητα εντός του
συνόλου και να επισφραγίσει το ψυχολογικό ενιαίο των ατόμων» . Σταθμός, όμως,
στην πνευματική ζωή της χώρας και ένδειξη των «υψηλών» αισθητικών κριτηρίων που
διέθετε η Χούντα αποτελεί η «ποιητική έξαρση» που παρατηρήθηκε τα πρώτα χρόνια
μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα, την οποία αξιοποίησε η κυβέρνηση εκδίδοντας το
1969 τη «Λαϊκή Μούσα», συλλογή στίχων από υποστηρικτές του καθεστώτος σε όλη τη
χώρα. Ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα είναι το εξής:
«Μεσ’ τον Απρίλη
έφθασαν
τρεις μάγοι με τα δώρα
Ο Γιώργος Παπαδόπουλος
κι ο Παττακός στην ώρα.
Ακόλουθα στέκει πιστός
ο Νίκος Μακαρέζος
που στάθηκε στο
ραντεβού
και τώρα σαν Εγγλέζος».
(Πρόδρομος Σακελάριος
Μιχαηλίδης, ιερέας)[1]
Φιλοπατρία
Τέλος ο πατριωτικός
χαρακτήρας των δικτατορικών κυβερνήσεων εύκολα αίρεται από τα παρακάτω γεγονότα.
Στην Κύπρο μετά την υπογραφή της συνθήκης του Λονδίνου που προέβλεπε την
ανεξαρτησία της Μεγαλονήσου (1960) είχε
μεταφερθεί μια ολόκληρη μεραρχία ελληνικού στρατού που αποτελούσε εγγύηση
ενάντια σε κάθε προσπάθεια της Τουρκίας να επιχειρήσει οτιδήποτε. Όταν
αποκαλύφτηκε η παρουσία της μεραρχίας στο νησί, έγιναν διάφορες διαμαρτυρίες
και εκ μέρους της Τουρκίας σημειώθηκαν λυσσώδεις αντιδράσεις.. Ωστόσο τους τελευταίους
μήνες του 1967 ο Γ. Παπαδόπουλος ανακάλεσε τη μεραρχία στην Ελλάδα . Συν τοις ο Γ. Παπαδόπουλος ελέγχεται για την
συνεργασία του με τον Τούρκο πρόεδρο Ισμέτ Ινονού για τη δημιουργία
ελληνοτουρκικής ομοσπονδίας , μάλιστα στις 29 Μαΐου 1971 δημοσιεύτηκαν δηλώσεις
του επικεφαλής της Δικτατορίας στην τουρκική εφημερίδα Μιλιέτ, από τις
ερωτήσεις του δημοσιογράφου Μετίν Τοκέρ έβγαινε καθαρά ότι η πραγματοποίηση της
συνομοσπονδίας εξαρτιόναν από δύο όρους: την ύπαρξη και από τις δύο πλευρές του
Αιγαίου ισχυρών κυβερνήσεων και τη λύση του Κυπριακού. [1]
Όσο για το Κυπριακό, η γνώμη του “αρχηγού της ελληνικής επαναστάσεως”, όπως την
είχε παρουσιάσει στις δηλώσεις του, ήταν πως η λύση του δεν ήταν αναγκαίο
προηγούμενο, διότι διαφορετικά θα κινδυνεύαμε, είπε, “να χάσουμε το πέταλο για
το καρφί”. Το έργο που δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει ο Γ. Παπαδόπουλος έφερε σε
πέρας ο ανατρέψας τον Παπαδόπουλο μετά τη λαϊκή εξέγερση του Νοεμβρίου 1973 Δημήτριος
Ιωαννίδης μέχρι πρότινος επικεφαλής της ΕΣΑ (Ελληνική Στρατιωτική Αστυνομία) ,
ο οποίος μέσω πραξικοπημάτος της Ελληνικής
Εθνοφρουράς στην Κύπρο, προσπάθησε να ανατρέψει και να «Ιστορία του
ελληνοτουρκικού Χώρου» (1928 – 1973), σελ. 305 – 307, Εκδόσεις «Βιβλιοπωλείον
της Εστίας» δολοφονήσει τον πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας και Αρχιεπίσκοπο
Κύπρου Μακάριο Γ’ και να διορίσει ως πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας τον
εκλεκτό της Χούντας των Αθηνών δημοσιογράφο και πολιτικό Νικόλαο Σαμψών. Κατά
τη διάρκεια των ταραχών που επακολούθησαν του αποτυχημένου πραξικοπήματος (15
Ιουλίου) οι Τούρκοι στις 20 Ιουλίου 1974 αποβιβάστηκαν στην Κύπρο με πρόσχημα
την προστασία των Τουρκοκυπρίων και παράνομα κατέλαβαν και κατέχουν μέχρι
σήμερα το 37% της Νήσου. Τέλος στις 23 Ιουλίου η ηγεσία του καθεστώτος συνεδρίασε
αποφασίζοντας ομόφωνα, πλήν του Ιωαννίδη, να παραδώσει την εξουσία στους
πολιτικούς , την επόμενη ημέρα ο εκλεκτός των συντηρητικών στρατιωτικών και
οικονομικών κύκλων που ήλεγχαν την χώρα την περίοδο της επταετίας μετακλήθηκε
απ’ την Ελλάδα στο Παρίσι και έγινε επικεφαλής μεταβατικής υπηρεσιακής κυβέρνησης
με στόχο την εκδημοκρατικοποίηση της χώρας και την εκδίωξη των σταγωνιδίων της δικτατορίας
απ’ τον κρατικό μηχανισμό.
Θέτοντας τα παραπάνω
στοιχεία στην κρίση σας, ενημερώνω ότι είμαι διαθέσιμος για ενδεχόμενες
παρατηρήσεις και ανταλλαγή απόψεων ενώ κλείνοντας κάνω μια μικρή ανθολόγηση
στην εντός φυλακής ποιητική και λογοτεχνική δράση του επίδοξου τυραννοκτόνου και μάρτυρα της
Δημοκρατίας Αλεξάνδρου Παναγούλη (1939-1976) ο οποίος ήρθε αντιμέτωπος με απηνή
βασανιστήρια στις φυλακές του Μπογιατίου και δολοφονήθηκε κάτω από μυστηριώδεις
συνθήκες την 1η Μαΐου 1976.
Η ΜΠΟΓΙΑ
Ζωντάνεψα τους τοίχους
φωνή τους έδωσα
πιο φιλική να γίνουν
συντροφιά
Κι οι δεσμοφύλακες
ζητούσαν να μάθουνε
που βρήκα τη μπογιά
Οι τοίχοι του κελιού
το μυστικό το κράτησαν
κι οι μισθοφόροι ψάξανε
παντού
Όμως μπογιά δε βρήκαν
Γιατί στιγμή δε
σκέφτηκαν
στις φλέβες μου να
ψάξουν
ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΜΟΥ
Ένα σπιρτόξυλο για
πέννα
αίμα στο πάτωμα χυμένο
για μελάνι
το ξεχασμένο
περιτύλιγμα της γάζας για χαρτί
Μα τι να γράψω;
Τη Διεύθυνσή μου μονάχα
ίσως προφτάσω
παράξενο και πήζει το
μελάνι
Μέσ’ από φυλακή σας
γράφω στην Ελλάδα
ΟΙ ΦΥΛΑΚΕΣ
Ψυχή φυλακισμένη στο
κορμί
Κορμί φυλακισμένο στη
ζωή
Ζωή φυλακισμένη μεσ’
στο Χρόνο
Πνεύμα π’ απ’ όποια
φυλακή κι αν βγει
σε φυλακή πάλι θα πέσει
Κι είναι μονάχα το
κορμί π’ αγάπησε τη φυλακή του
Πώς να μην έρθει ο
θάνατος λοιπόν
ΚΟΙΝΟΙ ΟΙ ΕΧΘΡΟΙ ΜΑΣ
Πώς να βρεθώ κοντά
στους Βάσκους;
Στους Κούρδους πώς να
δείξω την αγάπη μου;
Στη Νότιο Αφρική στη
Ροδεσία πώς να τρέξω;
Στους Νέγρους, πώς να
πω πως βρίσκομαι κοντά τους;
Στην Ινδοκίνα πώς να
φτάσω;
Της Βεγγάλης το Λαό πως
ν’ αγκαλιάσω;
Την πολεμίστρα μου ν’
αφήσω δεν μπορώ
Μ’ ας ξέρουνε πως τους
εχθρούς τους
κι εμείς εδώ τους
πολεμάμε
Κοινοί οι εχθροί μας
Δικοί τους και δικοί
μας
Η ΔΙΑΔΡΟΜΗ
Τρία βήματα μπροστά
και τρία πίσω πάλι
Χίλιες φορές την ίδια
διαδρομή
Έξη χιλιάδες βήματα…
Ο σημερινός περίπατος
με κούρασε ίσως
γιατί τα βήματα
μετρούσα
Τώρα σταμάτησα
μα αύριο αντίθετα θ’
αρχίσω να βαδίζω (η ποικιλία ομορφαίνει τη ζωή)
και κάτι άλλο σκέφτομαι
μικρότερα τα βήματα αν
κάνω
τέσσερα – τέσσερα
μπορεί να τα μετρώ!
Καλά το σκέφτηκα
Πιο όμορφη θα γίν’ η
διαδρομή!!...
ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΘΥΜΑ
Το πρώτο θύμα των
τυράννων
είναι το πνεύμα το δικό
τους
Πρώτα σ’ αυτό φορούν
τις αλυσίδες
Επιμέλεια: Κ.Π. Κωστέας
[1]
«Ιστορία του ελληνοτουρκικού Χώρου» (1928 – 1973), σελ. 305 – 307, Εκδόσεις
«Βιβλιοπωλείον της Εστίας»

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου