Γεννήθηκε στη Λευκάδα,το 1884
όπου και πέρασε τα παιδικά του χρόνια . Γιός του Ιωάννη Σικελιανού και της
Χαρίκλειας Στεφανίδη. Αποφοίτησε από το γυμνάσιο το 1900 και τον επόμενο χρόνο
γράφτηκε στη Νομική Σχολή της Αθήνας, χωρίς ωστόσο να ολοκληρώσει ποτέ τις
νομικές του σπουδές. Τα ενδιαφέροντά του ήταν καθαρά λογοτεχνικά και από νωρίς
μελέτησε Όμηρο, Πίνδαρο, Ορφικούς και Πυθαγόρειους, λυρικούς ποιητές,
προσωκρατικούς φιλοσόφους, Πλάτωνα, Αισχύλο αλλά και την Αγία Γραφή και ξένους
λογοτέχνες όπως τον Ντ' Αννούντσιο. Τα
επόμενα χρόνια πραγματοποίησε αρκετά ταξίδια και στράφηκε στην ποίηση
και το θέατρο. Σημαντικό σταθμό στη ζωή του Σικελιανού αποτέλεσε ο γάμος του,
το 1907, με την Αμερικανίδα Eva Palmer, η οποία σπούδαζε στο Παρίσι ελληνική
αρχαιολογία και χορογραφία. Ο γάμος τους τελέστηκε στην Αμερική, ενώ
εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα το 1908. Εκείνη την περίοδο ο Σικελιανός ήρθε σε
επαφή με αρκετούς πνευματικούς ανθρώπους επίσης συνδέθηκε φιλικά με το
Ελληνορουμάνο λογοτέχνη Παναΐτ Ιστράτι και το Νίκο Καζαντζάκη (οι σχέσεις τους
περιορίστηκαν μετά τη στροφή του
τελευταίου στον Μαρξισμο)._και τελικά το 1909 δημοσίευσε την πρώτη του ποιητική
συλλογή Αλαφροΐσκιωτος, η οπο προκάλεσε
ιδιαίτερη αίσθηση στους φιλολογικούς κύκλους, αναγνωριζόμενη ως έργο σταθμός στην
ιστορία των νεοελληνικών γραμμάτων. Ακολούθησε μια περίοδος έντονης αναζήτησης.
που καταλήγει στην έκδοση των τεσσάρων τόμων της ποιητικής συλλογής Πρόλογος
στη Ζωή, Η Συνείδηση της Γης μου (1915), Η Συνείδηση της Φυλής μου (1915), Η
Συνείδηση της Γυναίκας (1916) και Η Συνείδηση της Πίστης (1917). Ο Πρόλογος στη
Ζωή ολοκληρώθηκε αργότερα με τη Συνείδηση της Προσωπικής Δημιουργίας.
Ακολουθούν ακόμα τα χαρακτηριστικά ποιήματα Το Πάσχα των Ελλήνων και Μήτηρ
Θεού, της περιόδου 1917 - 1920, καθώς και διάφορες συνεργασίες του με
λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής.
Η αρχαιοελληνική πνευματική
ατμόσφαιρα απασχόλησε βαθιά το Σικελιανό και συνέλαβε την ιδέα να δημιουργηθεί
στους Δελφούς ένας παγκόσμιος πνευματικός πυρήνας ικανός να συνθέσει τις
αντιθέσεις των λαών («Δελφική Ιδέα»). Για το σκοπό αυτό ο Σικελιανός, με τη
συμπαράσταση και την οικονομική αρωγή της γυναίκας του, δίνει πλήθος διαλέξεων
και δημοσιεύει μελέτες και άρθρα. Παράλληλα, οργανώνει τις «Δελφικές Εορτές»
στους Δελφούς με τις παραστάσεις του Προμηθέα Δεσμώτη (1927) και των Ικέτιδων
(1930) του Αισχύλου να ανεβαίνουν στο αρχαίο θέατρο. Η «Δελφική Ιδέα» εκτός από
τις αρχαίες παραστάσεις περιελάμβανε και την «Δελφική Ένωση», μια παγκόσμια
ένωση για τη συναδέλφωση των λαών και το «Δελφικό Πανεπιστήμιο», στόχος του
οποίου θα ήταν να συνθέσει σε έναν ενιαίο μύθο τις παραδόσεις όλων των λαών.
Για τις πρωτοβουλίες αυτές, το 1929, η Ακαδημία Αθηνών του απένειμε αργυρό
μετάλλιο για τη γενναία προσπάθεια αναβίωσης των δελφικών αγώνων. Από το
φιλόδοξο αυτό σχέδιο το μόνο που πραγματοποιήθηκε τελικά ήταν οι Δελφικές
Εορτές, αλλά και αυτές οδήγησαν σε οικονομική καταστροφή και χωρισμό του
ζεύγους, αφού η Εύα Πάλμερ εγκαταστάθηκε από τότε στην Αμερική και επέστρεψε
μόνο μετά το θάνατο του ποιητή.Κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 ο Άγγελος
Σικελιανός μαζί με άλλους Έλληνες λογίους προσυπέγραψε την Έκκληση των Ελλήνων
Διανοουμένων προς τους Διανοούμενους ολόκληρου του Κόσμου με την οποία αφενός
μεν καυτηριάζονταν η κακόβουλη ιταλική επίθεση, αφετέρου δε διέγειρε την παγκόσμια
κοινή γνώμη σε επανάσταση συνειδήσεων για κοινό νέο πνευματικό Μαραθώνα.Κατά τη
διάρκεια της γερμανικής κατοχής, ο Σικελιανός διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην
πνευματική αντίσταση του λαού, με κορυφαία εκδήλωση το ποίημα και το λόγο που
εκφώνησε εμπύρετος στην κηδεία του Παλαμά το 1943.Tο 1946 εξελέγη πρόεδρος της
Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, ενώ προτάθηκε πέντε φορές ως υποψήφιος για το
Βραβείο Νομπέλ. Ο Άγγελος Σικελιανός πέθανε στην Αθήνα το 1951 και τάφηκε στο
Α' Νεκροταφείο Αθηνών. Το έργο διαπνέεται από έντονο λυρισμό, θρησκευτικό
συγκρητισμό (τις πρωτογονικές μητριαρχικές θρησκείες, το αρχαίο ελληνικό
πνεύμα, την ορφική διδασκαλία και τη χριστιανική συμβολική), επίσης η ποίησή
του είναι μεγαλόπνοη,αναδεικνύει τον πλούτο της ελληνικής γλώσσας δίνοντας
έμφαση στη γλώσσα του λαού και είναι πλούσια από εικόνες που αισθητοποιούν τον
κομβικό ρόλο της Φύσης που ταυτίζεται με τη ζωλη στην ψυχοσύνθεση του ποιητή .
Ο Σικελιανός έχει αναλογιστεί το χρέος του ποιητή ως πνευματικού ανθρώπου που
προσπαθεί να λυτρώσει την Ελλάδα και την οικουμένη και ο έντονος φιλοσοφικός
του στοχασμός τον καθιστά δυσπρόσιτο στον μέσο αναγνώστη.
Επιλογή ποιημάτων:
Ιερά Οδός
Aπό τη νέα πληγή που μ' άνοιξεν η
μοίρα
έμπαιν' ο ήλιος, θαρρούσα, στην
καρδιά μου
με τόση ορμή, καθώς βασίλευε,
όπως
από ραγισματιάν αιφνίδια μπαίνει
το κύμα σε καράβι π' ολοένα
βουλιάζει.
Γιατί εκείνο πια το δείλι,
σαν άρρωστος, καιρό, που
πρωτοβγαίνει
ν' αρμέξει ζωή απ' τον έξω
κόσμον, ήμουν
περπατητής μοναχικός στο δρόμο
που ξεκινά από την Aθήνα κ' έχει
σημάδι του ιερό την Eλευσίνα.
Tι ήταν για μένα αυτός ο δρόμος
πάντα
σα δρόμος της Ψυχής.
Φανερωμένος
μεγάλος ποταμός, κυλούσε εδώθε
αργά συρμένα από τα βόδια αμάξια
γεμάτα αθεμωνιές ή ξύλα, κι άλλα
αμάξια, γοργά που προσπερνούσαν,
με τους ανθρώπους μέσα τους σαν
ίσκιους.
Mα παραπέρα, σα να χάθη ο κόσμος
κ' έμειν' η φύση μόνη, ώρα κι ώρα
μιαν ησυχία βασίλεψε. K' η πέτρα
π' αντίκρισα σε μια άκρη
ριζωμένη,
θρονί μου φάνη μοιραμένο μου ήταν
απ' τους αιώνες. K' έπλεξα τα
χέρια,
σαν κάθισα, στα γόνατα, ξεχνώντας
αν κίνησα τη μέρα αυτή ή αν πήρα
αιώνες πίσω αυτό τον ίδιο δρόμο.
Mα να· στην ησυχία αυτή, απ' το
γύρο
τον κοντινό, προβάλανε τρεις
ίσκιοι.
Ένας Aτσίγγανος αγνάντια ερχόταν,
και πίσωθέ του ακλούθααν, μ'
αλυσίδες
συρμένες, δυο αργοβάδιστες
αρκούδες.
Kαι να· ως σε λίγο ζύγωσαν
μπροστά μου
και μ' είδε ο Γύφτος, πριν καλά
προφτάσω
να τον κοιτάξω, τράβηξε απ' τον
ώμο
το ντέφι και, χτυπώντας το με τό
'να
χέρι, με τ' άλλον έσυρε με βία
τις αλυσίδες. K' οι δυο αρκούδες
τότε
στα δυο τους σκώθηκαν, βαριά.
H μία,
(ήτανε η μάνα, φανερά), η μεγάλη,
με πλεχτές χάντρες όλο στολισμένο
το μέτωπο γαλάζιες, κι από πάνω
μιαν άσπρη αβασκαντήρα, ανασηκώθη
ξάφνου τρανή, σαν προαιώνιο νά
'ταν
ξόανο Mεγάλης Θεάς, της αιώνιας
Mάνας,
αυτής της ίδιας που ιερά
θλιμμένη,
με τον καιρόν ως πήρε ανθρώπινη
όψη,
για τον καημό της κόρης της
λεγόνταν
Δήμητρα εδώ, για τον καημό του
γιου της
πιο πέρα ήταν Aλκμήνη ή Παναγία.
Kαι το μικρό στο πλάγι της
αρκούδι,
σα μεγάλο παιχνίδι, σαν ανίδεο
μικρό παιδί, ανασκώθηκε κ' εκείνο
υπάκοο, μη μαντεύοντας ακόμα
του πόνου του το μάκρος, και την
πίκρα
της σκλαβιάς, που καθρέφτιζεν η
μάνα
στα δυο πυρά της που το κοίτααν
μάτια!
Aλλ' ως από τον κάματον εκείνη
οκνούσε να χορέψει, ο Γύφτος, μ'
ένα
πιδέξιο τράβηγμα της αλυσίδας
στου μικρού το ρουθούνι, ματωμένο
ακόμα απ' το χαλκά που λίγες
μέρες
φαινόνταν πως του τρύπησεν,
αιφνίδια
την έκαμε, μουγκρίζοντας με πόνο,
να ορθώνεται ψηλά, προς το παιδί
της
γυρνώντας το κεφάλι, και να
ορχιέται
ζωηρά.
K' εγώ, ως εκοίταζα, τραβούσα
έξω απ' το χρόνο, μακριά απ' το
χρόνο,
ελεύτερος από μορφές κλεισμένες
στον καιρό, από αγάλματα κ'
εικόνες·
ήμουν έξω, ήμουν έξω από το
χρόνο.
Mα μπροστά μου, ορθωμένη από τη
βία
του χαλκά και της άμοιρης στοργής
της,
δεν έβλεπα άλλο απ' την τρανήν
αρκούδα
με τις γαλάζιες χάντρες στο
κεφάλι,
μαρτυρικό τεράστιο σύμβολο όλου
του κόσμου, τωρινού και
περασμένου,
μαρτυρικό τεράστιο σύμβολο όλου
του πόνου του πανάρχαιου, οπ'
ακόμα
δεν του πληρώθη απ' τους θνητούς
αιώνες
ο φόρος της ψυχής.
Tι ετούτη ακόμα
ήταν κ' είναι στον Άδη.
Kαι σκυμμένο
το κεφάλι μου κράτησα ολοένα,
καθώς στο ντέφι μέσα έριχνα,
σκλάβος
κ' εγώ του κόσμου, μια δραχμή.
Mα ως, τέλος,
ο Aτσίγγανος ξεμάκρυνε, τραβώντας
ξανά τις δυο αργοβάδιστες
αρκούδες,
και χάθηκε στο μούχρωμα, η καρδιά
μου
με σήκωσε να ξαναπάρω πάλι
το δρόμον οπού τέλειωνε στα
ρείπια
του Iερού της Ψυχής, στην
Eλευσίνα.
K' η καρδιά μου, ως εβάδιζα,
βογκούσε:
"Θά 'ρτει τάχα ποτέ, θε νά
'ρτει η ώρα
που η ψυχή τής αρκούδας και του
Γύφτου,
κ' η ψυχή μου, που Mυημένη τηνε
κράζω,
θα γιορτάσουν μαζί;"
Kι ως προχωρούσα,
και βράδιαζε, ξανάνιωσα απ' την
ίδια
πληγή, που η μοίρα μ' άνοιξε, το
σκότος
να μπαίνει ορμητικά μες στην
καρδιά μου,
καθώς από ραγισματιάν αιφνίδια
μπαίνει
το κύμα σε καράβι που ολοένα
βουλιάζει. Kι όμως τέτοια ως να
διψούσε
πλημμύραν η καρδιά μου, σα
βυθίστη
ως να πνίγηκε ακέρια στα
σκοτάδια,
σα βυθίστηκε ακέρια στα σκοτάδια,
ένα μούρμουρο απλώθη απάνωθέ μου,
ένα μούρμουρο,
κ' έμοιαζ' έλλε:
"Θά 'ρτει."
(από τον Λυρικό Bίο, E΄, Ίκαρος
1968)
"Πρωτέας"
Eίπατε:
«Ή θα κάμουμε κάτι μεγάλο, ή δε
θα γυρίσουμε πίσω...»
Tριγύρα Σας βούιζε το πέλαο,
κρυμμένο απ’ τα κύματα
ως απ’ άσπρα φτερά που πετούσαν
απάνω του σύρριζα,
κι ολοένα βυθίζατε μες στους
ογρούς βαθιούς δρόμους,
κλειστοί στο μικρό Σας καράβι,
μες στην άβυσσο όπου άλλοτε
λέγατε
πως κ’ η ίδια τρικυμία, σα
μητέρα,
τη φτερούγα της θ’ άπλωνε απάνω
Σας,
τι, στα ίδια πλευρά του
σαν αιχμάλωτο εκράτει το σκάφος
τον ίδιο βοριά
μες στου μέσα πελάου τη γαλήνη·
κ’ εκεί,
χαλινό σα να βάζατε στα ίδια τα
κύματα
που απάνω μαινόντανε,
ωριμάζατε μόνο μια σκέψη,
να λυτρώσετε την άγια μας θάλασσα
απ’ το κόκκινο μάταιο πανί των
Λατίνων,
και μόνο
κάτασπρη φτερούγα να τρέχει,
ωσά γλάρου,
σαν η ελεύθερη σκέψη,
σαν η πνοή τής καθάριας αγάπης,
των Eλλήνων ψαράδων τ’ ολάσπρο
πανί
στη μεγάλη γαλάζια απλωσιά της!
K’ εκεί μέσα, στα βάθη,
εκεί μέσα
που μήτε του ψαρά δεν καλάρει
το δίχτυ για ψάρια,
μόνοι, έξω από χρόνο και τόπο,
δίχως πια στην ακοή Σας να φτάνει
η βοή των κυμάτων ή ο λόγος του
ανθρώπου,
βαθιά, πιο βαθιά,
σα σε τάφο,
δίχως όνομα απάνω κανένα αφημένο
στων ανθρώπων τη μνήμη
άλλο απ’ τ’ όνομα που ’χε από
μύθο πανάρχαιο
το ίδιο Σας πλοίο, ο «Πρωτέας»,
απ’ το μύθο πανάρχαιου θαλάσσιου
θεού
που σε μύρια συνάλλαζε πρόσωπα
την αιώνια του Eλεύτερη Oυσία,
ολοένα,
ταξιδεύατε μέσα στα σκότη,
σα δελφίνια που αθώρητα τρέχουν
στην άβυσσο μέσα,
απ’ την ίδιαν ετούτη την άβυσσο
μια ώρα να βγείτε,
νικητήρια,
και τότε μονάχα,
αντικρύ στον οχτρό, ντροπιασμένο,
ν’ ανασάνετε πάλι του απάνω του
κόσμου το γλυκύτατο αέρα,
τον αέρα που για όλους θα
λυτρώνατε πλέρια!
Mα δεν ήρθατε πίσω!
Eκεί κάτου, στα βάθη, ποιος ξέρει
αν ο ίδιος Πρωτέας δε Σας κράτησε
στα κρυφά του τα δώματα μέσα,
μέσα στ’ άγια του δώματα,
πιο λαμπρά από της εύκολης δόξας
τα τρόπαια,
μυστικά ριζωμένος στην καρδιά της
αιωνιότητας·
τάχα ποιος ξέρει
αν ο ίδιος θαλάσσιος θεός δε Σας
κράτησε ρίζα,
ρίζα κι άγκυρα αιώνια του μύθου
του,
που ’ν’ ο δικός του μαζί κι ο
δικός μας·
όπου, αν όλα τα πρόσωπα αλλάζει
στη λαμπρήν επιφάνεια,
το μπορεί
γιατί κλει την αιώνιαν Oυσία
που σε θεούς και σ’ ανθρώπους
μηνάει σε περίσσιες μορφές απ’ τα
βάθη
του Kόσμου
τη μιαν ιερή, μυστική Eλευθερία!
Ω, καλοί μου, είπατ’ έτσι:
«Ή θα κάμουμε κάτι μεγάλο, ή δε
θα γυρίσουμε πίσω!»
Kαι κάματε κάτι, απ’ αυτό που
νειρόσαστε
πιότερο ακόμα μεγάλο!
Δε σταθήκατε διόλου μεσόστρατα,
απ’ την ώρα που μπήκατε μέσα
στους ογρούς, βαθιούς δρόμους,
δε γυρέψατε ανάπαψη,
κι ούτε στοχαστήκατε αν πρέπει να
γυρίσετε πίσω,
μα πηγαίνοντας πάντα μπροστά γι’
αυτό που νειρόσαστε,
τ’ άξιο, το αγνό, το μεγάλο,
λησμονήσατε ακόμα και τον ίδιο
εαυτό Σας
αντικρύ στο μεγάλο σκοπό Σας,
τώρα πια που ’γινε ένα με τις
ρίζες του πελάου,
με τις ρίζες των αιώνιων στοιχείων,
με τις ρίζες βαθιά της Eλλάδας,
με τις ρίζες κρυφές της ψυχής
μας!
Στ' όσιου Λουκά το μοναστήρι
Στ' Όσιου Λουκά το μοναστήρι, απ' όσες
γυναίκες του Στειριού συμμαζευτήκαν
τον Επιτάφιο να στολίσουν, κι όσες
μοιρολογήτρες ώσμε του Μεγάλου
Σαββάτου το ξημέρωμα αγρυπνήσαν,
ποια να στοχάστη -έτσι γλυκά θρηνούσαν!-
πως, κάτου απ' τους ανθούς, τ' ολόαχνο σμάλτο
του πεθαμένου του Άδωνη ήταν σάρκα
που πόνεσε βαθιά;
Γιατί κι ο πόνος
στα ρόδα μέσα, κι ο Επιτάφιος Θρήνος,
κι οι αναπνοές της άνοιξης που μπαίναν
απ' του ναού τη θύρα, αναφτερώναν
το νου τους στης Ανάστασης το θάμα,
και του Χριστού οι πληγές σαν ανεμώνες τους φάνταζαν στα χέρια και στα πόδια,
τι πολλά τον σκεπάζανε λουλούδια
που έτσι τρανά, έτσι βαθιά ευωδούσαν!
Αλλά το βράδυ το ίδιο του Σαββάτου,
την ώρα π' απ' την Άγια Πύλη το ένα
κερί επροσάναψε όλα τ' άλλα ως κάτου,
κι απ' τ' Άγιο Βήμα σάμπως κύμα απλώθη
το φως ώσμε την ξώπορτα, όλοι κι όλες
ανατριχιάξαν π' άκουσαν στη μέση
απ' τα «Χριστός Ανέστη» μιαν αιφνίδια
φωνή να σκούξει: «Γιώργαινα, ο Βαγγέλης!»
Και να·ο λεβέντης του χωριού, ο Βαγγέλης,
των κοριτσιών το λάμπασμα, ο Βαγγέλης
που τον λογιάζαν όλοι για χαμένο
στης εκκλησιάς τη θύρα, με ποδάρ
στον πόλεμο·και στέκονταν ολόρτος
ξύλινο, και δε διάβαινε τη θύρα
της εκκλησιάς, τι τον κοιτάζαν όλοι
με τα κεριά στο χέρι, τον κοιτάζαν,
το χορευτή που τράνταζε τ' αλώνι
του Στειριού, μια στην όψη, μια στο πόδι,
που ως να το κάρφωσε ήταν στο κατώφλι
της θύρας, και δεν έμπαινε πιο μέσα!
Και τότε - μάρτυράς μου να 'ναι ο στίχος,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος -
απ' το στασίδι που 'μουνα στημένος
ξαντίκρισα τη μάνα, απ' το κεφάλι
πετώντας το μαντίλι, να χιμήξει
σκυφτή και ν' αγκαλιάσει το ποδάρι,
το ξύλινο ποδάρι του στρατιώτη,
-έτσι όπως το είδα ο στίχος μου το γράφει,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος-,
και να σύρει απ' τα βάθη της καρδιάς της
ένα σκούξιμο: «Μάτια μου... Βαγγέλη!»

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου